Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008

Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου

H Μπελλα και ο Τιγρης (3)

... Άνοιξα την πόρτα μισοκοιμισμένη.
- Τί να πάμε να βρούμε ρε Τασούλα πρωινιάτικα? Τί φταίω και με ξυπνάς απ' τ' άγρια χαράματα?...Άντε κάνε τον καφέ μας να με πεις τί συμβαίνει πάλι.
Μέχρι να ντυθώ, είχε ετοιμάσει τον καφέ και η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
- Από προχθές το βράδυ ακούω νιαουρίσματα κλαματερά. Δεν έδωσα σημασία. Ψες όμως όλο το βράδ' δεν μ' άφησαν να κοιμηθώ τα σκασμένα!
- Και γω γιατί δεν άκουσα τίποτα?
- Γιατί είναι απ' την πίσω πλευρά μαρ' χαζή, απ' την δικη μ' κάμαρα!
- Ε ίσως να 'ναι από καμιά γάτα των γειτόνων που γέννησε.
- Α, άκου να σε πω...μπορεί να ξερς παραπάν' γράμματα από μένα, αλλά 'γω και στ' Αυστραλία που μεγάλωσα τσομπάνς ήταν ο μπαμπάς μ' και σκυλούδια και γατούδια είχαμε και ξέρω πότε κλαίει το ζώο δίχως τη μάνα τ' .
Μου έριξε και το σχετικό σεμινάριο περί του θέματος και ξεφύσηξε:
-Ουφ! Άντε πάμε τώρα να δούμε τί γίνεται.
Βγήκαμε από την αυλή στον χωματόδρομο για την παραλία. Η υγρασία περόνιαζε τα κοκκαλάκια μας κι ένας συφοριασμένος ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα μαύρα σύννεφα. Η βροχή ήταν έτοιμη να μας πνίξει πάλι. Στήσαμε αυτί αλλά εκτός από κάτι μπουμπουνητά, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν.
Το σπίτι απείχε από τη θάλασσα γύρω στα 150-200 βήματα. Αποξεχασμένες από τη συζήτηση, αργήσαμε να καταλάβουμε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Αλληλοκοιταχτήκαμε βουβές σαν είδαμε τι ήταν...
- Πάμε να φύγουμε...μη κοιτάς!
- Θέλω να κάνω εμετό, ανακατεύομαι!
- Κρατήσου, πάμε σπίτι...
Μ' έπιασε αγκαζέ και με γύρισε με βία στο δρομάκι.
Μια μακρινή βροντή ακούστηκε και οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω προς την αμμουδιά.
- Μην κοιτάς, είπε και μ' άρπαξε απ' το μαλλί. Το παιδί στην κοιλιά θα πάρει την εικόνα του θανάτου!
Έτσι πίστευε η Τασούλα, έτσι την έμαθαν. Το τότε παιδί στην κοιλιά δεν έχει καμιά ανάμνηση από την εικόνα του θανάτου, εγώ όμως ακόμα την έχω ζωντανή στο μυαλό μου, 25 χρόνια μετά.
Ένας καμβάς η άμμος, κεντημένος από νεκρές και σπαρταρίζουσες μαύρες φτερούγες, απλωμένες πάνω σε άσπρες κοιλίτσες. Η παραλία όλη ήταν στρωμένη με νεκρά χελιδόνια, που τα εξόντωσε η άνοιξη ενώ πολεμούσε ακόμα με τον σκληρό χειμώνα...
...Άνοιξε την πόρτα και με κάθισε στον καναπέ. Όταν μου φερε την πετσέτα να σκουπιστώ, την κοίταξα. Τα μαλλιά της είχαν σγουρίνει περισσότερο με την βροχή. Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά και σταγόνες έλαμπαν στα κόκκινα από το κρύο μάγουλά της. Δεν ήταν βρόχινες...Η Τασούλα είχε δακρύσει.
Με πήρε μαζί της επάνω στο σπίτι της, μαγείρεψε και παίξαμε με τα δύο αγοράκια της, που τα φερε η πεθερά της, το ένα απ' το νηπιαγωγείο και το άλλο απ' το σπίτι της. Ο Δ. έλειπε πάλι για δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Ο άντρας της ήταν εργολάβος και δούλευε ως αργά το βράδυ.
Κατά το απόγευμα η βροχή σταμάτησε. Έβλεπα τηλεόραση και έπαιζα με το μικρό, σαν ορμάει η Τασούλα στο σαλόνι και λέει.
- Έλα, έλα ν' ακούσεις απ' την κάμαρη μου.
Πήγα και άκουσα τελικά. Φωνούλες, φωνούλες σπαραχτικές και απεγνωσμένες.
- Πάμε, της λέω, θα τα βρούμε.
Έβαλε τη φωνή στην πεθερά ν' ανέβει να προσέχει τ' αγόρια και βγήκαμε πάλι στο δρομάκι.
- Τασούλα δεν αντέχω να πάω στην παραλία πάλι.
- Όχι, όχι δεν θα πάμε. Άλλωστε δεν μπορεί να 'ναι κει. Απ' εδώ δεξιά ακούγονται.
Πράγματι από εκεί ακούγονταν.
Ένα σπίτι χτίζονταν εκεί. Τα θεμέλια είχαν σκαφτεί και τα πέλματα ήταν ακόμα καλουπωμένα.
Ένα αχνό νιαουρητό ακούστηκε.
- Εδώ είν' Γιώτα. Σίγουρα εδώ.
Πήγαμε στο χείλος του σκάματος -δυο-τρία μέτρα βαθύ ήταν περίπου- αλλά τίποτα δεν φαινόταν.
- Θα κατέβω να δω.
- Πως θα κατέβεις ρε Τασούλα, θα σπάσεις κανα πόδι.
- Περίμενε! Κατέβασα ιδέα!
Σε χρόνο μηδέν, πήγε κι έφερε την σκάλα από το σπίτι.
Κατέβηκε η τρελέγκω και...τα βρήκε.
Τρία ήταν, πεταμένα σε μια χάρτινη σακούλα που έγραφε "Τσιμέντα Τιτάν". Μου τα έδωσε με το χαρτί-σάβανο, ανέβηκε, πήρε παραμάσχαλα την σκάλα και κινήσαμε οι δύο γραφικές του χωριού για το σπίτι.
- Που θα τα βάλουμε Τασούλα? Έχουμε και τα σκυλιά στο μπαλκόνι.
- Το σκέφτηκα ήδη, άσε.
Πίσω ακριβώς από το σπίτι ήταν η αυλή της πεθεράς της. Το παράθυρο της μίας μου κάμαρας έβλεπε εκεί. Δυο καμαράκια και μια κουζινούλα ήταν όλο της το βιος. Γερασμένη πρόωρα από τις δουλειές στον κάμπο και τα λιόδεντρα η κυρά-Κατίνα, αλλά με μια νεανική φλόγα στα μάτια, αφού η χρυσή καρδιά της ήταν γεμάτη αγάπη και καλωσύνη. Σαν μας πήρε είδηση, πως κάτι μαστορεύουμε στην αυλή με τη νύφη της, βούτηξε τ΄αγόρια και ήρθε. Μας βρήκε κουτιά και πανιά για στρώσιμο και τα γατιά βρήκαν "σπίτι" στην καλυβούλα για τις κατσίκες, παρέα με τη μαμά-κατσίκα και τον κυρ-Τράγο.
Δυο παρδαλά ήταν κι ένας τιγρέ χρώματος, που βαφτίστηκε στο λεπτό "Τίγρης". Τα μάτια τους ήταν κλειστά από το πύο και η πανλευκοπενία τα τραβούσε προς τον παράδεισο των γάτων.
Πολλές κουρτίνες ανοιγόκλεισαν από τ' απέναντι σπίτια.
- Μας κοιτάνε Τασούλα, αναρωτιούνται τί κάνουμε.
- Άστους μωρέ...θα μας συνηθίσουν.
Και πραγματικά, αν όχι όλο, το περισσότερο χωριό "συνήθισε" και άλλαξε συμπεριφορά ως προς τα ζώα.
- Γιώτα τούτα ούτε περπατάν, ούτε να φαν μπορούν, θα πεθάνουν! Πως θα τα ταΐσουμε?
- Με μπιμπερό, όπως ταΐζαμε τα ζώα που ψοφούσαν οι μανάδες τους, είπε η πεθερά της.
- Ακριβώς κυρα-Κατίνα. Μόνο που εδώ θέλει σταγονόμετρο!
Δεν θυμάμαι ποια απ' τις τρεις βρήκε ένα ξεχασμένο μπουκαλάκι με σταγονόμετρο. Το γάλα βράστηκε στα γρήγορα και με πολύ υπομονή, καταφέραμε να γεμίσουμε λίγο τις τρεις άδειες κοιλίτσες. Ένα βαμβάκι με κολλύριο καθάρισε το πύο από τα μάτια και τα αφήσαμε να ησυχάσουν.
- Κυρα-Κατίνα δεν θα τα πειράξουν οι κατσίκες?
- Όχι κόρη μ', άκακες είναι.
Στήσαμε λίγο καραούλι με την Τασούλα αλλά τα ζώα ξάπλωναν ήδη δίπλα στο κουτί.
Την άλλη μέρα το πρωί, ανέβηκα εγώ στην Τασούλα για καφέ και τηλεφώνησα στον κτηνίατρό μας τον Βασίλη.
- Καλημέρα Βασίλη.
- Καλημέρα, αλλά δεν φαντάζομαι να με είδες στον ύπνο σου και με θυμήθηκες πρωί-πρωί! Τι θέλεις πάλι?
Του είπα εν ολίγοις τα καθέκαστα και άρχισε πάλι τις φωνές...
- Βρε μυαλό δεν θα βάλεις εσύ? Έχεις που έχεις το πρόβλημα, ν' αρπάξεις και κανα τοξόπλασμα και παιδί να μην κάνεις ποτέ!
Το πρόβλημα ήταν πως στον τρίτο μήνα, ο εγκέφαλός μου, άρχισε να κάνει ό,τι του κάπνιζε... Θεώρησε το έμβρυο "ξένο σώμα". Παράσιτο? Δεν ξέω πως την είδε και δημιούργησε μια στρατιά λευκών αιμοσφαιρίων με σκοπό την αποβολή του. Τελικά, αφού μπουκώθηκα στις ορμόνες εώς τον ένατο, γέννησα και γω η καψερή!
- Τώρα ότι έγινε, έγινε! Σταμάτα να φωνάζεις και λέγε τί κάνω.
- Καλά κάνει και σε μαλών', φώναξε η Τασούλα από την κουζίνα. Αλλά φταίω και γω που σε σπρώχνω στις παλαβομάρες σου!
- Θα πάρεις Ospen για παιδιά και αν καταφέρεις να βρεις τη δόση και δεν τα δηλητηριάσεις τα ξαναλέμε!
Στείλαμε ένα γειτονόπουλο στο μεγάλο χωριό και μας έφερε το αντιβιωτικό.
(Βασίλη τον λέγανε και αυτόν και περνάει ακόμα κατά καιρούς να με δει, αλλά ακόμα δεν του συγχώρησα που πάτησε με το φορτηγό του μπαμπά του λίγο καιρό μετά, το ένα από τα γατιά).
Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήρθε ο Βασίλης με την οικογένειά του και την ιατρική του τσάντα για να μας επισκεφτούν. Παρά την αντιβίωση, τα γατιά ήταν δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Τους έκανε από μια γερή δόση κορτιζόνης και εφάπαξ αντιβίωσης και την επομένη μου πήρε αίμα για εξέταση τοξοπλάσματος...Είχα και απ' αυτό τελικά, αλλά σε αδρανή μορφή μιας και το είχα κολλήσει πρίν την εγκυμοσύνη. Ίσως όμως να ήταν και αυτό ένας λόγος για την δύσκολη κύηση που είχα.
Κανα δυο μέρες μετά, ένα απ' τα γατάκια δεν τα κατάφερε να επιζήσει. Σαν έγιναν καλά τα άλλα δύο, άρχισαν να βγαίνουν στον χωματόδρομο. Στο ένα ήταν δήμιος ο Βασιλής και στο άλλο ήταν σωτήρας η Μπέλλα που το βούτηξε από τη μέση του δρόμου και το φερε στο μπαλκόνι. Τα σκυλιά είχαν δοθεί, αλλά η Μπέλλα είχε ακόμα γάλα και μητρική στοργή.

Οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους...




...Συνεχίζεται

Τετάρτη, Απριλίου 30, 2008

Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου

Η Bella (2)

...Η βροχή δυνάμωσε και το μπαλκόνι δεν είχε πια στεγνό μέρος. Το κουτάβι έσταζε κι όσο κι αν το 'γλυφε η μάνα του, δεν στέγνωνε. Μπήκα στο σπίτι ψάχνοντας με τα μάτια τριγύρω.
Γρήγορα,γρήγορα βρες κάτι, φώναζε το μυαλό μου.
Το χαλάκι της κουζίνας? Οκ...
Ναι, αλλά δεν φτάνει.
Πάω σ' όλα τα δωμάτια ώσπου ανακαλύπτω το μεγάλο σκληρό χαρτοκιβώτιο όπου ο Δ. έβαζε τα εργαλεία του για τα μαστορέματα.
Βγάζω τις πυτζάμες μου, που έτρεχαν σαν τον Νιαγάρα και φοράω τη φόρμα της μηχανής. Πετάω τα εργαλεία στο πάτωμα και αγκαλιά με το χαρτόκουτο και παραμάσχαλα το χαλάκι ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι. Παίρνω στα γρήγορα από το ντουλάπι το νάυλον για τη μπουγάδα, το στρώνω, βάζω πάνω το κουτί και μέσα το στεγνό χαλάκι.
Αλλά η Μπέλλα δεν κουνήθηκε, είχε άλλη δουλειά. Έτρωγε ακόμα το ύστερο. Σαν το απόφαγε, με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια, σύρθηκε δειλά-δειλά στο κουτί. Το κουτάβι ακόμα στη βροχή...
Τώρα θα την φάω την δαγκωνιά, δεν τη γλυτώνω -σκεφτόμουν- καθώς το σβέρκωνα και το έβαζα δίπλα της. Με κοίταξε και τα μάτια της έσταζαν χαρά, σαν το 'χωσε να θηλάσει.
Εννιά φορές το είδα το ίδιο έργο, μέσα στο ψοφόκρυο και τη βροχή.
Λαχανιασμένες αναπνοές, το ρίγισμα στο κορμί, το σιγανό αγκομαχητό, το τάνισμα των πλευρών, το κουτάβι να κυλά στο χαλάκι, το τράβηγμα με τη μουσούδα της, το γλύψιμο για τον καλλωπισμό και το προσεκτικό σπρώξιμο στον δρόμο για το θηλασμό. Και αφού τελείωνε όλες αυτές τις τελετουργικές κινήσεις της, σχεδόν ακίνητη περίμενε να πέσει ο πλακούντας για να τον...φάει! Εγλυφε με ατελείωτη υπομονή τα αίματα και τα υγρά για να είναι καθαρό το μέρος της. Κάθε φορά που τελείωνε το επίπονο έργο της, της χάιδευα το κεφάλι - που το σήκωνε και μ' έψαχνε με τα μάτια, σαν έμπαινα για λίγη ζέστη στο σπίτι.
Το πιάτο με το φαγητό ήταν άθικτο δίπλα της.
Είχα αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή για να έχω περισσότερο φως. Η Σίλυ και η κουφή αγκύρας έκαναν ανακωχή -για πρώτη φορά- και στριμώχνονταν στα πόδια μου η μία πάνω στην άλλη για να δουν όλα αυτά που έβλεπα. Καταλάβαιναν τα ζώα μου πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι μας...
Η Μπέλλα άπλωσε το λαιμό της και μύρισε τη γαβάθα. Δεν την έφτανε. Την έσπρωξα στο άνοιγμα της κούτας και έφαγε μισοξαπλωμένη, ενώ τα εννιά της κουτάβια κρέμονταν στο στήθος της.
Είχε απ' όλες τις φυλές και τα χρώματα η κούτα. Κανελιά, μαύρα, ασπρόμαυρα. Αλλά εμένα μου πήρε την καρδιά εκείνο το ασπρόμαυρο που γεννήθηκε δεύτερο. Ήταν το πιο στρογγυλό και ζωηρό απ' όλα. Ήταν η Μπιμούκα (μπόλικη στη γλώσσα του χωριού), η συντρόφισσα της άτυχης Laura .Το καραμπάσκο τσομπανόσκυλο!
Είχε πάει 4 και κάτι το πρωί.
Έβαλα το χέρι και την χάιδεψα.
Άντε να κοιμηθούμε τώρα. Καλά τα κατάφερες. Να δούμε εγώ τί κουτάβι θα βγάλω όταν έρθει η ώρα μου...
Έγλυψε το χέρι μου και μ' άφησε να ζουλήξω λίγο τα μικρά της. Υγράθηκαν τα δάχτυλά μου από το γάλα. Η Μπέλλα είχε μπόλικο γάλα. Από τότε που είχε έρθει στην αυλή είχε πάντα το πιάτο της γεμάτο με φαγητό απο εμένα και την Τασούλα. Την αποπαρασίτωσα τρίβοντας τα χάπια μεσα στις "σούπες" της μαζί με τις βιταμίνες με γεύση πορτοκάλι. Τα εμβόλια τα έκανε αργότερα ο φίλος μας κτηνίατρος,ο Βασίλης.
Ο Δ. γύρισε το πρωί. Κοιμόμουν ακόμα.
- Ξύπνα! μου λέει. Η Μπέλλα γέννησε!
- Άσε με ρε Δ να κοιμηθώ. Λες να μην το ξέρω? Παρέα η γυναίκα σου και τα ζώα του σπιτιού σου την ξεγεννούσαν ως το πρωί.
Α! και που 'σαι...Μάζεψε τα εργαλεία σου από το πάτωμα και βρες μια κούτα να τα βολέψεις γιατί η άλλη έγινε "οικία".
- Εμ βέβαια, δεν φτάνει που μου αδειάζεις τα πράματά μου, θες να μαζέψω κιόλας! Άντε σήκω τώρα να τα δούμε.
Με την τσίμπλα στο μάτι, έβαλα τη ρόμπα μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Έβρεχε πάλι.
Η Μπέλλα αραχτή, είχε ένα τσούρμο κουτάβια πάνω της και τα βύζαινε. Σαν πολλά μου φαίνονταν...Πήρα να μετράω...
- Βρε Δ, του λέω, εννιά ήταν στις 4.30 -δώδεκα μετράω τώρα. Μπας και βρήκες τίποτα στο δρόμο και τα έφερες?
- Όχι βρε, λέει, στις 7 που ήρθα γεννούσε το τελευταίο -ένα ασπρόμαυρο ήταν- και χουφτώνει την ασπρόμαυρη μπάλα. Μαζί μου γεννήθηκε η Μις.
- Σιγά ρε Δ, κόψε κάτι! Εννιά ξεγέννησα εγώ και η Μις είναι η δεύτερη για να ξέρεις.
Άντε πάμε μέσα γιατί πάγωσα, κάνε κι ένα ελαφρύ καφεδάκι για την εγκυμονούσα και μετά πετάξου στο χασάπη για κόκαλα, εκείνα με το μεδούλι, και να τα σπάσει να του πεις, να ταΐσουμε τη λεχώνα.
Αφού έκανε τα καφεδάκια μουρμουρίζοντας ως συνήθως, πως δεν σέβομαι τα πράματά του, έκανε και τα παράπονά του για τα πεταμένα εργαλεία στο Πουπουσάκι, για να τ' ακούω εγώ δηλαδή (απορώ...αφού ήταν κουφή τί της τα λεγε) και σαν ξεθύμανε, γυρνάει και μου λέει:
- Γιώτα, κακή επιλογή να βάλεις εκεί την κούτα . Αν βγάλει περισσότερο αέρα η βροχή θα φτάσει μέσα.
- Και τί να κάνα βρε Δ. μέσα στα άγρια μεσάνυχτα?
- Άσε κάτι θα σκεφτώ. Πάω να φέρω φέρω τα κόκαλα τώρα.
- Α! Μην το ξεχάσω! Τέσσερις φραντζόλες ψωμί, πέντε μπουκάλια γάλα, μακαρόνια, ρύζι...Πέρνα και απ' τον Νίκο και τον Χρήστο και πες τους να κρατήσουν τ' αποφάγια και δυο μερίδες πατσά!...που δεν θα τον βάλεις μέσα στο σπίτι. Με αναγουλιάζει και μόνο η μυρωδιά του. (Τότε αναγούλιαζα και μόνο με την μυρωδιά του,τώρα τον τσακίζω!)
- Τίποτ' άλλο? Σέβομαι την κατάστασή σου αλλιώς θα σου λεγα τίποτα! Σιτιστή και παιδί για τα ψώνια με κατάντησες! Και είσαι και ακόμα στην αρχή...τί θα κάνω μέχρι να γεννήσεις και συ?
Σαν γύρισε ο "σιτιστής" από τα ψώνια, το μυαλό του είχε ήδη έτοιμη τη λύση, ωσάν άλλος Κύρος Γρανάζης. Άφησε τις σακούλες στην κουζίνα και έπιασε αμέσως δουλειά. Εστρωσε το καινούργιο νάυλον που είχε αγοράσει, στο πίσω μπαλκόνι μπροστά από την κρεβατοκάμαρά μας, έδεσε ένα κομμάτι του στα κάγκελα για να μην έρχεται το νερό της βροχής, γύρισε στο μπροστά μπαλκόνι και τράβηξε απαλά τη Μπέλλα έξω από το κουτί της. Μετέφερε την κούτα με τη δωδεκάδα πίσω, καθώς η μάνα, νομίζοντας πως της παίρνει τα μικρά, είχε βάλει κάτω τ' αυτιά της και 'βγαζε πνιχτούς ήχους κλάματος. Σαν την άκουσα παράτησα την κουζίνα και άρχισα να την φωνάζω για να ρθει στο πίσω μπαλκόνι. Με ακουλούθησε με την ουρά κάτω από τα σκέλια -ως συνήθως- και όρμησε και κουλουριάστηκε στο κουτί γλύφοντας όλο χαρά τα κουτάβια. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Τασούλα από πάνω.
- Τί γίνεται καλέ εδώ? Σας ακούω τόση ώρα από παν' αλλά δεν ήθελα να γίνω αγενής...με 'φαγε όμως η περιέργεια!
- Αποκτήσαμε κι άλλα ζώα Τασούλα, της είπε ο Δ.
- Α είστε για δέσιμο κι οι δυο! Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκ'!
Σαν πλησίασε και είδε την κούτα με τα δώδεκα, κόντεψε να λιποθυμήσει.
- Τί θα τα κανουμ' μαρ' Γιώτα σαν μεγαλώσουν? Απ' ότι τα κόφτω μόνο για να φυλάν' τα πρόβατα είναι.
- Θα τα δώσουμε τότε για να φυλάν τα πρόβατα! Εσύ τους ξέρεις τους τσομπάνηδες του χωριού.
- Καλά, είπε, άστο σε μένα αυτό, καθώς έδενε μαζί με τον Δ και το νάυλον της μπουγάδας επάνω από το χαρτόκουτο για να το προστατεύσουν.
Μέχρι να βράσω τα κόκαλα και τα μακαρόνια, ο Δ και η Τασούλα είχαν τελειώσει το ασφαλές καταφύγιο για την Μπέλλα και τα μικρά.
Μπήκαν μαζί στο σπίτι.
Ο Δ ξανάκανε καφεδάκια και η Τασούλα ζήτησε μολύβι και χαρτί.
- Τί το θες βρε το χαρτί? Τους λογαριασμούς σου θα κάνεις τώρα?
- Όχι μαρη...Τους τσομπάνηδες που μ' ήρθαν στο μυαλό θα γράψω, για να μην ξεχαστώ...

Κι έτσι έγινε. Τα σκυλιά φρόντισε η Τασούλα μόλις απογαλακτίστηκαν να πάνε ένα ένα σε καλά χέρια εκτός από την ασπρόμαυρη μπάλα "Μπιμούκα" και έναν αστραφτερό μαύρο που μετακόμισαν στον εργασιακό μας χώρο.
Και κει που όλα είχαν κανονιστεί και η άνοιξη έτρεχε μέσα στη βροχή, ένα θαμπό πρωινό, ακούω την Τασούλα να μου βροντάει πάλι την πόρτα.
- Ξύπνα μαρή και έχω να σε πω! Νιαουρίσματα ακούω από ψες! Μαλλον κάποιος πέταξε γατιά. Πάμε να τα βρούμε...

...συνεχίζεται

Τετάρτη, Απριλίου 16, 2008

Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου.

Η Bella...

Σαν βρέθηκε το σπίτι με την αυλή, η Παναγιώτα μετακόμισε τα υπάρχοντά της σε χρόνο dt. Ένα νιόχτιστο διώροφο ήτανε παραδίπλα από τη θάλασσα.
Οταν πρωτοπήγα όλοι με κοίταζαν περίεργα...Τι γύρευε μια αστή σε ένα χωριό που τον χειμώνα το έδερναν οι αγέρηδες και πνίγονταν οι χωματόδρομοι απ΄τη λάσπη?
Τους έπιασα να κρυφοκοιτάζουν μέσα από τις κουρτίνες σαν έπλενα τα μπαλκόνια ή πήγαινα για ψώνια με το ποδήλατο. Αλλά αυτό που δεν μπορούσαν να χωνέψουν, ήταν πως όλα τα σκυλιά με παίρναν στο κατόπι. Και το χειρότερο γι΄αυτούς ήταν πως εγώ καθόμουν κιόλας και τα χάιδευα και μιλούσα μαζί τους. Η σπιτονοικοκυρά μου η Τασούλα μου μετέφερnε τους χαρακτηρισμούς: τρελάρα, ζαβή, αλαφροΐσκιωτη...
Η Τασούλα έμενε στον επάνω σπίτι. Μεγαλωμένη στην Αυστραλία, γύρισε και παντρεύτηκε στο χωριό της. Ήταν μικρότερή μου, αλλά είχε ήδη δύο αγοράκια. Η νοοτροπία της ήταν κάτι μεταξύ Αυστραλιανής προόδου και οπισθοδρόμησης του χωριού, αλλά ήταν γλυκιά και καλόβολη. Κλεισμένη όλη μέρα στο σπίτι με δύο μικρά αγόρια, ξεφυσούσε μόνιμα από ανία και βαρεμάρα και όταν της έδωσα το ελευθέρας για πρωινό καφέ, έγινε η κολλητή μου, φλομώνοντας με στο κατσικίσιο τυρί, στα γλυκά και στις θεϊκές πίτες που έφτιαχνε. Μα ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει και αυτή "πως δεν φοβόμουν και άγγιζα αυτά τα κοπρόσκυλα".
Η αγέλη της παραλίας απαριθμούσε οκτώ με δέκα κόπρους, με έναν μεγαλόσωμο βρωμιάρη και σουρομαδημένο απ΄τις επουλωμένες πληγές των σκυλοκαυγάδων, νταή αρχηγό. Άγριο και καβγατζίδικο ζώο ήταν. Λίγο πιο πίσω απ΄το κοπάδι και σε απόσταση ασφαλείας, ακολουθούσε ένα κακόμοιρο, μέτριο σε μέγεθος ζωντανό, με ξανθοκάστανο όμορφο χρώμα και πεσμένα αυτιά. Κάτι μεταξύ κυνηγόσκυλου και βεριτάμπλ ελληνικού μπάσταρδου κοπρόσκυλου. Μόνιμα είχε την ουρά κάτω από τα σκέλια. Σαν έπαιρνε λίγο θάρρος για να πάει να φάει απ' αυτά που έριχνα, εισέπραττε γρυλίσματα και δαγκωνιές και τρεπόταν σε φυγή. Μετρούσα τα κόκαλα στα ισχνά του πλευρά σαν πήρα την σκούπα μια μέρα και κυνήγησα τον αρχηγό που το είχε σβερκώσει κάτω στον χωματόδρομο για ένα κοκαλάκι.
Πέρασαν μέρες που δεν το ξανάδα, ώσπου ένα βραδάκι άκουσα να μου χτυπά την πόρτα αλαφιασμένα η Τασούλα...
- Έλα, μου λέει, έλα γιατί δεν ξέρω τί να κάνω και φοβάμαι να το πιάσω!
- Τί έπαθες μωρέ Τασούλα και σκούζεις βραδιάτικα? Τί φοβάσαι να πιάσεις?
- Έλα, έλα στην αυλή να δεις!
Άναψα τα φώτα της βεράντας και βγήκα έξω από τον φράχτη με την Τασούλα μπροστά. Ένας ξανθοκάστανος σκυλίσιος κώλος ήτανε σφηνωμένος στο συρματόπλεγμα, ανάμεσα στα σαθρά τσιμεντότουβλα, μέσα σ΄ένα κρυφό λαγούμι. Άραγε πόσες νύχτες το έσκαβε? Κιχ δεν έβγαζε...Ξαναγύρισα στην αυλή για να ελέγξω την κατάσταση. Στο μισοσκόταδο διέκρινα την ικεσία και την υποταγή σε κείνα τα υγρά, μελιά μάτια.
- Τι θα κάνουμε βρε Γιώτα?
- Θα το βγάλουμε βρε Τασούλα!
- Μαρ΄ φοβάμαι μη με δαγκάσ΄!
- Ε άμα σε δαγκάσει, ετοίμασε την κοιλιά σου να σε κάνω αντιλυσσικές ενέσεις!
- Καλά μαρ΄ χαζή είσαι? Να πάθω λύσσα και να δαγκαν΄ τα παιδιά μ΄?
Ξεράθηκα να γελάω καθώς την καθησύχαζα πως δεν πρόκειται να δαγκάσει κανέναν και της είπα να βρει κάτι για να σκάψει το χώμα ανάμεσα στα τσιμεντότουβλα, κάτω από την κοιλιά του σκυλιού. Βρήκε ένα τσαπί, ανασκουμπώθηκε και έπιασε δουλειά, αφού πρώτα σιγουρεύτηκε πως η μούρη του σκυλιού ήταν από την δικιά μου πλευρά (ο κώλος βέβαια δεν δαγκώνει!). Το ζώο είχε γίνει ένα με το χώμα, έτρεμε...
Παιδευτήκαμε κάνα δυο ώρες, η Τασούλα μεγάλωσε το λαγούμι με το τσαπί και γω κατάφερα να σηκώσω το συρματόπλεγμα, που του ΄χε γδάρει και ματώσει την πλάτη. Όταν η τρύπα έγινε ικανή για να περάσει το ζώο, εκείνο δεν κουνήθηκε. Εχωσε την μουσούδα του στο χώμα, έκλεισε τα μάτια και έμεινε εκεί ακίνητο.
Μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης και καθώς του φώναζα: Έλα βρε αγόρι μου θα τα καταφέρεις!...η Τασούλα διέγνωσε το φύλο από την πίσω πλευρά...
- Σκασε μαρή, μου λέει, κορίτσ΄ είν΄ το ζωντανό!
Και αφού διαπιστώθηκε το φύλο και γω άρχισα να λέω: Κουράγιο ομορφούλα μου, θα τα καταφέρουμε, γυρνάει η Τασούλα και λέει πάλι με εκείνο το φοβερό, δικό της, ανεπανάληπτο στυλ ...
- Τι ομορφούλα την λες μαρή Γιώτα, κακάσχημο είναι το άμοιρο!
- Καλα μωρέ Τασούλα, δίκιο έχεις...Μπέλλα θα την λέμε...
- Τι Μπέλλα μαρή, τί είναι το Μπέλλα?
- Όμορφή...στα ιταλικά!
- Αει να σε πάρει η ευχή τρελλέγκω!που το βρήκες?...και έσκασε στα γέλια.
Την αφήσαμε στο λαγούμι της να ηρεμήσει και φύγαμε για τα σπίτια μας.
Την επομένη, η Μπέλλα αυτοδιορίστηκε κάτοικος της αυλής, με λίγα λόγια μας υιοθέτησε.

Ερχόταν τα βράδια και κοιμόταν κάτω από τη μουσμουλιά, δίπλα στο λαγούμι. Έφευγε το πρωί πριν ξυπνήσουμε. Κανείς μας δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε και στην αγέλη κατέφυγε. Ο Δ. ανακάλυψε μετά από καιρό ένα χαλασμένο τμήμα του φράχτη στο μαγαζί και την Μπέλλα μπάστακα-φρουρό στο άνοιγμα. Αυτό το τετραπέρατο και άσχημο ζωντανό, το βράδυ φύλαγε το σπίτι και το πρωί το μαγαζί.
Από τότε, κάθε πρωί έφευγε με τον Δ. τρέχοντας πίσω από τη μηχανή του.
Ο χειμώνας μπήκε άγριος στο θαλασσοχώρι. Εικοσιτετράωρα βροχής και ψωφόκρυο. Η μάνα μου έταζε κεριά στους αγίους για να ξεχειμωνιάσω στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη. Αλλά η Παναγιώτα, που γεννήθηκε μια νύχτα μες την λαίλαπα του χιονιού ακούγοντας τα βελάσματα από τις προβατίνες που γεννούσαν στο διπλανό μαντρί,την ώρα που γεννούσε και η Τασία, προτίμησε να μείνει με την σπιτονοικοκυρά της, τις πίτες της και τα κανταΐφια της αποφεύγοντας μια μάνα που τηλεφωνούσε ολημερίς στον Ντίνο για την προβληματική εγκυμοσύνη.
Φλεβάρης...1982...26η του μήνα...
Μόνη στο σπίτι, με το σποράκι στην κοιλιά, παρέα με το Πουπουσάκι και την χαζο-Σίλυ , ανακάλυψα πως ο Δ. που έλειπε στην Θεσσαλονίκη, ξέχασε να φέρει την καθιερωμένη τροφοδοσία για την Μπέλλα. Στα γρήγορα, το βραδινό μου γάλα(μπλιαχ) μπήκε σε μια γαβάθα μαζί με τρία ωμά αυγά και μισή φρατζόλα ψωμί.
Απόβραδο ήταν και η αυλή μύριζε αλμύρα απ' τ' ανταριασμένα κύματα που την πότιζαν. Βγήκα στη βροχή που μαστίγωνε την ξύλινη πόρτα της αυλής και μέσα στο αχνό ηλεκτρικό φως, είδα το σκυλί, μουσκεμένο ως το κόκκαλο, να κάθεται στο τσιμεντένιο δρομάκι της εισόδου. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα εκεί. Τα όριά της τα είχε τοποθετήσει μέχρι την μουσμουλιά.
- Έλα, της είπα και της έδειξα τη γαβάθα. Έλα να φας!
Γρύλισε παραπονεμένα και κατέβασε περισσότερο τ' αυτιά της. Πάλι δεν έκανε βήμα.
Κατέβηκα τα σκαλιά με τη βροχή να με δέρνει αλύπητα. Με αγωνία με κοιτούσαν τα μελιά της μάτια. Στάθηκα σε απόσταση αναπνοής και άπλωσα το χέρι μου να το μυρίσει. Μισοσηκώθηκε, μύρισε το χέρι και το έγλυψε.
- Πάμε τώρα στα στεγνά, γίναμε λούτσα και οι δυο μας.
Άφησα το χέρι στη μουσούδα της και έκανε ένα βήμα, σηκώθηκε. Ανεβήκαμε μαζί στο μισοβρεγμένο μπαλκόνι, και κει μέσα στο λιγοστό φως είδα να κρέμεται "κάτι" κάτω από την ουρά της.
- Θεούλη μου! αναφώνησα...Μου το χτυπήσανε το ζωντανό και βγήκαν τα έντερα του!
Σαν έγειρα να δω καλύτερα, εκείνο το "κάτι" ταλαντευόταν. Ζωντανό ήταν! Η Μπέλλα ξάπλωσε στο υγρό μπαλκόνι και βόγκηξε...Τράβηξε το "κάτι" με τη μουσούδα της και άρχισε να το γλύφει.
Η Μπέλλα της βροχής και της αλμύρας, είχε αρχίσει να γεννάει μέσα στην καταιγίδα...

...Συνεχίζεται

Κυριακή, Απριλίου 13, 2008

Καλλιτέχνες...

Οι φίλοι μου με χαρακτηρίζουν σαν άτομο διαλλακτικό,αλλά με σκληρή γλώσσα που πονάει με τις αλήθειες που ξεστομίζει.
Ετσι είναι!Λίγοι αντέχουν να ακούνε την καθαρή αλήθεια που προσπαθούν να αποφύγουν.
Η μάνα μου λέει πως είμαι μαλακιά σαν το βούτυρο και κοφτερή σαν καλοακονισμένο μαχαίρι.Ξέρει η Τασία το βιός της.
Ο πατέρας μου λέει πως είμαι το ντόμπρο "αρσενικό"που ήθελε.Δεν ξέρω αν είμαι αυτό που ήθελε...αλλά θηλυκό είμαι σίγουρα!
Η κόρη μου κλαίει όταν κλαίω,γελάει όταν γελάω και μπαίνει στην Giotavita να διορθώσει τις ασάφειες και να ελέγξει μήπως έγραψα κάτι που ήταν ψέμα.Καλλιτέχνης αυτό το παιδί!Ελεγκτής και επίτροπος μου θα έλεγα.
Προ πάντων όλων η αλήθεια!Δεν θα επέτρεπε ποτέ στην "μάμα της"να είναι ανώνυμη στα μπλογκ και να λέει ότι της κατέβει μέσα από την ορμονική διαταραχή της εμμηνόπαυσης.
Τώρα θα αναρωτηθείτε τι μαλακίες λέω?Ας το πάρει το ποταμι κι αυτό,λοιπόν συνεχίζω.
Σήμερα είχα μια αντιπαράθεση με κάποιον ένθερμο συμπαραστάτη της τέχνης του Vargas μέσα από τη μπλογκόσφαιρα.Για το σκυλί της γκαλερί που ξέρετε όλοι αναφέρομαι.Με κατηγόρησε πως δεν υποστηρίζω την τέχνη,πως είμαι βλακόφιλη-ζωόφιλη πως λέω μαλακιούλες κλπ,κλπ...Aααα ,είπε πως είμαι και ακαλαίσθητη γιατί το φόντο του μπλόγκ μου είναι με...πουά!
Λοιπόν αγαπητοί μου χέστηκα για την τέχνη του Vargas και των καθηστερημένων ανίατων υποστηρικτών του.Ας είμαι βλάκας κι ας γράφω μαλακίες κι ας είμαι και ακαλαίσθητη!

Για μένα καλλιτέχνης είναι το ανάδοχο παιδάκι μου από την Καμπότζη που μου έστειλε αυτό σαν Χριστουγεννιάτικη κάρτα ευχών.Με τρία χρώματα-υπολείμματα,από κηρομπογιές μου δήλωσε την αγάπη του μέσα από λουλούδια!



Αυτή είναι η ζωγραφιά που μου έστειλε η PHARY μου
Μήπως φίλοι του Vargas θα θέλατε να δέσετε και την Φάρυ με το σκοινί στο όνομα της τέχνης σας.Θα την αφήνατε να πεθάνει από πείνα και δίψα για να δείξετε πως οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για τα παιδιά που λιμοκτονούν?
Δεν πάτε να πυρποληθείτε(να γαμηθείτε)καλύτερα αρουραίοι της Τεχνης!
Αει σιχτιρ και τα πήρα στο κρανίο με τις μαλακίες σας....

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008

Χαλάσματα...



Μια φορά κι έναν καιρό αυτό το πράσινο κομμάτι ανήκε σ' έναν πανέμορφο κήπο. Παιδί ήμουν τότε και τον θαύμαζα όταν καθόμουν στο μπαλκόνι και διάβαζα. Τριανταφυλλιές, ζουμπούλια, αγιόκλημα και γιασεμιά όπου κρύβονταν τ' αηδόνια και τραγουδούσαν κάθε άνοιξη τα ξημερώματα. Οπωροφόρα δέντρα γεμάτα ωδικά πουλιά που έστηναν το επόμενο τραγούδι σαν σώπαιναν τ' αηδόνια. Λογής, λογής λαχανικά που έφερνε ο κυρ-Γιώργης στο πανεράκι στην γιαγιά μου μαζί με τα ζουμερά σύκα. Ένα κακό είχε μόνο ο κυρ-Γιώργης, έστηνε ξόβεργες και έβαζε τα πουλιά σε κλουβιά. Έβλεπα τα κλουβιά καρφωμένα στο περιτοίχισμα με το νάιλον για την βροχή από πάνω και γινόταν η ψυχή μου μαύρη. Και ω! του θαύματος το μυαλό μου πήρε στροφές!
- Θέλω κι εγώ πουλιά, είπα στην Μαρίκα.
- Δεν τα λυπάσαι να τα έχεις στο κλουβί?
- Επειδή τα λυπάμαι θέλω να τα περιποιούμαι.
Την άλλη μέρα ήρθε το πρώτο πουλί.Το κλουβί ήταν χειροτέχνημα του Κυρ-Γιώργου. Μια καρδερίνα ήταν, συννεφιασμένη και αμίλητη. Το σατανικό μου παιδικό μυαλό το είχε οργανώσει καλά το "έγκλημα" και όταν τα κλουβιά έγιναν 4-5, τα πουλιά άρχισαν να εξαφανίζονται και να "πεθαίνουν" μυστηριωδώς.
- Τι έγινε το πουλί?
- Ψόφησε...
- Και που είναι το πτώμα?
- Το έθαψα στην παραλία...
Η Μαρίκα με κοίταξε αρκετές φορές με απορία ώσπου την ψιλιάστηκε και έγινε σιωπηρός συνένοχος. Δεν θυμάμαι πόσα πουλιά πέρασαν από το μπαλκόνι. Όταν πέρασαν τα χρόνια και έφυγα από το πατρικό μου τα κλουβιά είχαν ήδη πεταχτεί. Η Μαρίκα είχε "φύγει" και την ακολούθησε και ο κυρ-Γιώργος...
Σαν ξαναγύρισα πριν 20 χρόνια στο σπίτι όπου μεγάλωσα, ο κήπος είχε περισσότερα λουλούδια, καθόλου λαχανικά και τα πουλιά τραγουδούσαν ελεύθερα στα δέντρα. Δύο ακόμα σπίτια ξεφύτρωναν πάνω από το μικρό ημιυπόγειο σπιτάκι.
Οταν "έφυγε" και η γυναίκα του μετά από λίγα χρόνια και οι κόρες τους μετακόμισαν με τις οικογένειες τους μακρυά...ο κήπος άρχισε σιγά-σιγά να πεθαίνει.
Τα λουλούδια μαράθηκαν,πολλά δέντρα αρρώστησαν και ο κισσός τύλιξε τα πάντα στο πέρασμά του. Μόνο τα αηδόνια ακουγόταν...και έπιαναν ακόμα το τραγούδι το ξημέρωμα.

Όταν ήμουν παιδί θυμάμαι, στις αυλές των σπιτιών της γειτονιάς, υπήρχαν πάντα 5-6 χοντρές γάτες και καλοζωισμένα σκυλιά. Τα σπιτάκια έγιναν πολυκατοικίες, αλλά οι γάτες συνέχιζαν να σεργιανίζουν στις πρασιές, μιας και οι περισσότεροι νέοι κάτοικοι ήταν φιλόζωοι. Τις τάιζαν και έβαζαν κουτιά στις πυλωτές για να γεννάνε. Εκτός από αυτούς όμως, υπήρχαν και οι ορκισμένοι εχθροί τους...
Έτσι, με τον χρόνο, τα ζώα άρχισαν να λιγοστεύουν. Έβγαινα από το μπαλκόνι για να ταΐσω, φώναζα, φώναζα, μα δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Μερικοί είπαν φόλα, άλλοι χλωρίνη και άλλοι ποντικοφάρμακο...Ακολούθησαν ομηρικοί καυγάδες στην γειτονιά με τους "ύποπτους".
Ώσπου...
Μια μέρα, που καθόμουν και παρατηρούσα τα χάλια του απέναντι κήπου από το μπαλκόνι, είδα μια ξανθομαλλούσα μέσα στον πράσινο κισσό και μερικές γάτες τριγύρω της να τρίβονται στα πόδια της και να νιαουρίζουν. Στο ψι-ψι-ψι που ξεστόμισα, είδα πολλά χνουδωτά κεφαλάκια να έρχονται τρέχοντας. Από την αρχηγό των φιλόζωων έμαθα πως η ξανθομαλλούσα νεράιδα των γάτων έκανε εκστρατεία μετά από τις φόλες που έπεσαν και μάζεψε τα ζωντανά στον εγκαταλελειμμένο κήπο.
Μέσα από μια άτυχη δική μου στιγμή, είχα την τύχη να την κάνω φίλη μου. Ταΐσαμε μαζί, κάναμε εμβόλια μαζί, αντιβιώσεις μαζί...πολλά μαζί και μέσα από κάποιες άτυχες συγκυρίες της ζωής της, έφυγε για τον τόπο της. Κράτησα ενθύμιο απ΄αυτήν, τον μαύρο γάτο με τα τρία πόδια, που μου κάνει την ζωή δύσκολη έκτοτε με τα κλάματα και τις απαιτήσεις του! Με την ξανθομαλλούσα λέμε από τηλεφώνου πια, που και που, τα της ζωής μας.
Στις 31 Μαρτίου, πρωί-πρωί, ξύπνησε όλη την γειτονιά ένας θόρυβος, δυνατός σαν σεισμός. Βγήκαμε όλοι στα μπαλκόνια και είδαμε τους τοίχους να γίνονται θρυμματισμένα τούβλα κάτω από τα χτυπήματα του κατεδαφιστικού οχήματος. Μέσα σε μόλις δύο μέρες το ένα φορτηγό πίσω απ΄τ΄άλλο είχε ξεμακρύνει και τα τελευταία μπάζα.
Χάθηκε πια και το τελευταίο καταφύγιο των ζώων μας. Κατέφυγαν πάλι στις πρασιές. Φαγητό σίγουρα θα έχουν, αλλά η εμπεριστατωμένη φροντίδα είναι πια παρελθόν...
...το παρόν τους και το παρόν μας είναι πια χαλάσματα και μπάζα...



Κυριακή, Μαρτίου 30, 2008

H μπαλάντα του κυρ -Μέντιου

Στο προηγούμενο πόστ σας αφιέρωσα(κατά τα δικά μου μέτρα και σταθμά)ένα τραγούδι που πολλές φορές με έκανε να δακρύσω.Είναι μελοποιημένοι κάποιοι στίχοι του εξαίσιου ποιητή Κώστα Βάρναλη που γεννήθηκε το 1894 στον Πύργο της Βουλγαρίας και πέθανε το 1974 στην Ελλάδα όντας Έλληνας.Το 1919 προσχώρησε στα ιδεατά του Μαρξισμού και στον διαλεκτικό υλισμό.
Ο μεγάλος μας λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης ορθώς σχολίασε πως"η ποίηση του Βάρναλη δεν μυρίζει γάλα,αλλά πάντα μπαρούτι"!!!
Θέλησα να μοιραστώ μαζί σας τα βάσανα,τα αχ και τα γιατί του γαιδαράκου κυρ-Μέντιου.
Διαβάστε και αισθανθείτε την πίκρα και τα συναισθήματα μέσα από τις εξομολογήσεις ενός...γαϊδάρου.
Και τι νομίζετε?Πως τα ζώα δεν έχουν ψυχή?
Δεν θα σχολιάσω τους υπαινιγμούς του ποιητή για συνταυτίσεις ζώου-ανθρώπων.Τα αφήνω στην δική σας κρίση κατά το δοκούν και τις αναζητήσεις τις προσωπικές σας.Απλά δώστε σημασία στην λέξη"αφεντικό"...

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' φήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι' άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνωνται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαϊ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μαη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι' ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
"Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι' οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
-Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
-Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Kι' όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι' αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή),

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι' ως δε φελούσα
κι' αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μου 'κλεισε κι' αυτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά:

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι' όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης. Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου-
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι' άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γης".
Κώστας Βάρναλης(για περισσότερες πληροφορίες wikipedia)

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2008

Επαναστάσεις ...1967

25η Μαρτίου

Το 1821 βέβαια δεν το έζησα οπότε πως θα μπορούσα να έχω αναμνήσεις,γνώμη και άποψη?
Το 1967 όμως το βίωσα μέσα από τα 13 χρόνια της ζωής που περπατούσα.

Εγώ το χωριατόπαιδο που σεργιάνιζα τους μαχαλάδες και κυλιόμουν στην λάσπη για να κυνηγάω τα πληγωμένα σκυλιά για να τα πάω στην Μαρίκα να τα γιάνει,εγώ η επαναστάτρια με τα γόνατα που πάντα έτρεχαν αίματα από τον πετροπόλεμο με τα αγόρια, εγώ που άλειφα τις γάτες με πετρέλαιο για να σκοτωθούν οι ψύλλοι, όταν η Μαρίκα προσπαθούσε με τον ίδιο τρόπο να εξοντώσει τις ψείρες μου και με κούρευε γουλί,εγώ λοιπόν βρέθηκα ξαφνικά στην πόλη, σ'ένα σχολείο πίτα στην γκλαμουριά!
Μαράζωσα και βούλιαξα στην δυστυχία μου,αλλά παράτησα το χέρι της μάνας μου και προχώρησα αποφασιστικά στην αυλή δίχως να γυρίσω να την κοιτάξω, όταν πρότεινε σ'ενα ευτραφές κοριτσάκι να με κατατοπίσει επί των πραγμάτων κι εκείνο με δυσφορία συμφώνησε,μόνο από ευγένεια,χωρίς ίχνος παιδικής αγάπης (αργότερα έμαθα πως ήταν η καλύτερη μαθήτρια αλλά το σηκωμένο χέρι στην παρέλαση,της το έφαγα. Οχι που θα της την χάριζα την απαξίωση που μου έδειξε η πρωτευουσιάνα. Για όλα τα χρόνια αργότερα σήκωνα το γαντοφορεμένο χέρι στις παρελάσεις).
Κάθισα στο τελευταίο θρανίο μόνη.Δυο άλλα άδεια υπήρχαν πιο μπροστά.
Και ξάφνου εμφανίστηκε το άλλο "χωριατόπαιδο" εξ Αθηνών!
Αιθέριο πλάσμα! Μαύρο μαλλί μέχρι την μέση,κορμί θανατηφόρο,ποδιά ραμμένη σε Τσεκλένη κι ενα πράσινο χρώμα ματιών που σε ταξίδευε στην θάλασσα των Σαργάσσων!
Αγνόησε την καθηγήτρια που της πρότεινε μια θέση περιωπής, ψέλλισε κάτι και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Γεια -είπε- Μ.Ο.με λένε.
Π.Β.,μουρμούρισα και λούφαξα στην γωνιά μου...
...στην πορεία ανακάλυψα πως το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών που φοιτούσαμε μαζί σ'αυτό το κολέγιο ήταν παιδιά των επιφανών στελεχών της κυβέρνησης του 1967.Η Μ.Ο. ανήκε στο "τεχνικό μέρος της ιστορίας".Ο πατέρας της ήταν επόπτης δημοσίων έργων στην Β. Ελλάδα.
Οπως κολλήσαμε μαζί,κολλήσανε και οι γονείς μας, κάναμε πολλές επαναστάσεις και πήραμε μαζί την πρώτη δεκαήμερη αποβολή που γράφτηκε στα πρακτικά του κολεγίου.
Η μάνα μου και η μάνα της έκαναν σύσκεψη εκτάκτου ανάγκης και μας κλείδωσαν, μη επιτρέποντας να ειδωθούμε εκτός σχολείου προς συμμόρφωση. Μάταια!!!
Κάναμε απεργία πείνας... και σε 3 μέρες ξαναείμασταν μαζί.
Με την Μ.Ο. ζήσαμε πολλά της εφηβείας γεγονότα.
Μέσα στην μικρή κοινωνία της τότε Θεσσαλονίκης είμασταν πάντα οι επίτιμες καλεσμένες στα πάρτι των γόνων των κυβερνούντων χουντικών.
Για τα παιδιά είμασταν οι θεές που αποτόλμησαν να πάνε ενάντια στο σύστημα και έφαγαν την 10ημερη αποβολή. Για τους γονείς τους,η Μ.Ο. ήταν η κόρη του διευθυντή των δημοσίων έργων κι εγώ ήμουν ο δεύτερος καλύτερος βαθμός του κολεγίου.
Πέρασα πολλές φορές την παραλιακή μέχρι το σπίτι μου σε μαύρα αυτοκίνητα με συνοδεία μοτοσικλετιστών αστυνομικών όταν μας έστελναν στο σπίτι μετά τα πάρτυ προς ασφάλεια μας.
Η μάνα μου η Τασία πάντα ξινιζόταν όταν με έφερναν υπό συνοδεία, μέσα από τα δόντια μουρμούριζε και έφτυνε ένα κομματιασμένο "ευχαριστώ" αλλά τότε δεν ήξερα το γιατί...
Τότε ήμουν παιδί ακόμα,θύμα, ακόμα ψώνιο...

...και τα χρόνια πέρασαν!
Το σχολείο τελείωσε. Η Μ.Ο. έφυγε στην Ελβετία.Πέρασε ένα πολύ άσχημο πρόβλημα υγείας.Μάθαινα τα νέα από την μητέρα της.Δεν ήθελε να έχει επαφές με κανένα μας από την παλιά παρέα (τόσο πολύ πληγώθηκε αυτό το ατίθασο αιθέριο πλάσμα από ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί).
Η πρώην γαντοφορεμένη παραστάτρια έστρωσε τον κώλο της στο διάβασμα γιατί είχε λόξα με την ιατρική.
Δεν πέρασε! Ενώ ήταν σίγουρη πως τα είχε καταφέρει.
Εκανε άλλη μια επανάσταση και την κοπάνησε στην Ιταλία.
Οταν πια τα βόλεψε όλα και βρήκε την άκρη να επιβιώσει,πολύ πολύ αργότερα ο δάσκαλος (πατέρας της) της ομολόγησε πως το αγαπημένο παιδί των χουντικών πάρτι δεν ήταν δυνατόν να περάσει στο πανεπιστήμιο με μια μάνα φακελωμένη μέχρι τα μπούνια, γενεών πολλών κομουνίστρια. Εμ!! γι'αυτό ξινιζόταν τότε η Τασία!
Αργότερα έμαθε πως μπορούσε να έχει ένα "θρανίο" στην κτηνιατρική. Δεν το πήρε! Είχε πια σταματήσει να πιστεύει πως είναι "θύμα" αλλά ακόμα μάλλον μεγάλο ψώνιο ήταν!

Και οι επαναστάσεις συνεχίστηκαν κι έφτασε το σήμερα και το χθεσινό ψώνιο αναρωτιέται τι τελικά έγινε?
Αφού ακόμα τα ίδια συμβαίνουν μετά από 40 χρόνια.
Αλήθεια γιατί γιορτάζουμε την 25 Μαρτίου? Για πια επανάσταση μιλάμε? Κατά του αφέντη της Τουρκιάς? Πετάξαμε δηλαδή το πασουμάκι με τις πούλιες και βάλαμε παπούτσι από τον τόπο μας (κι ας είναι μπαλωμένο) να ρίχνει την κλωτσιά στα αχαμνά μας! Παρηγορηθήκαμε και εφησυχάσαμε με τους ομογενείς αφεντάδες μας!
Μαζόχες είμαστε τελικά εμείς οι Έλληνες?
Σε χουντικά καθεστώτα ζούμε πάντα.Τα θέλει ο κώλος μας...
Κατέληξα να πιστεύω πια, πως δεν είμαστε "θύματα" είμαστε "ψώνια".
Οχι απλά "ψώνια"...
ΨΩΝΑΡΕΣ!!!!


Ο Βάρναλης έγραψε...
Ο Ξυλούρης τραγούδησε...
Εγω αηδίασα με τα όσα είδα...
Τα σχόλια δικά σας...
Η επαναστάσεις όλων μας...

Σάββατο, Μαρτίου 08, 2008

Αλληλουια...

Αδελφές μου,δεσμευμένες και μη.
Μητέρες,σύζυγοι,εργαζόμενες και μη.Καταπιεσμένες,καταπιέστριες,επιτυχημένες και αποτυχημένες.
Καλές,κακές,όμορφες και άσχημες,στρίγκλες και αρνάκια.
Βοσκοπούλες,και ανώτερα διοικητικά στελέχη.
Επώνυμες και ανώνυμες,trendy και λαικούρες,κατιναριώ και γκλαμορόζες.
Χτενισμένες και αχτένιστες,μακιγιαρισμένες και με την τσίμπλα στο μάτι.
Ντυμένες και γυμνές,με μεταξένια νυχτικά και βαμβακερά βρακιά απο την λαική.
Πιανίστριες και τσιφτετελούδες,ιντελεκτουάλε και τηλεορασοπληκτες.
Με περσικές αριστοκράτισσες γάτες και βεριταμπλ κεραμιδόγατους.
Με Ferrari ή με αγροτικό Datsun σας χαιρετώ!

Ελπίζω να το κάψατε σήμερα το πελεκούδι λόγω εορτής.
Εγω βρε κορίτσια την πάτησα!!
Κακή πληροφόρηση!Ας πρόσεχα!
Στο μπαλκόνι την έβγαλα μέχρι τις 10 και μισή αλλά δεν έβρεξε...τίποτα!



It's Raining Men
Hi - Hi! We're your Weather Girls - Ah-huh -
And have we got news for you - You better listen!
Get ready, all you lonely girls
and leave those umbrellas at home. - Alright! -

Humidity is rising - Barometer's getting low
According to all sources, the street's the place to go
Cause tonight for the first time
Just about half-past ten
For the first time in history
It's gonna start raining men.

It's Raining Men! Hallelujah! - It's Raining Men! Amen!
I'm gonna go out to run and let myself get
Absolutely soaking wet!
It's Raining Men! Hallelujah!
It's Raining Men! Every Specimen!
Tall, blonde, dark and lean
Rough and tough and strong and mean

God bless Mother Nature, she's a single woman too
She took off to heaven and she did what she had to do
She taught every angel to rearrange the sky
So that each and every woman could find her perfect guy
It's Raining Men! Hallelujah! - It's Raining Men! Amen!
It's Raining Men! Hallelujah!
It's Raining Men! Ame---------nnnn!

I feel stormy weather / Moving in about to begin
Hear the thunder / Don't you lose your head
Rip off the roof and stay in bed

God bless Mother Nature, she's a single woman too
She took off to heaven and she did what she had to do
She taught every angel to rearrange the sky
So that each and every woman could find her perfect guy
It's Raining Men! Yeah!

Humidity is rising - Barometer's getting low
According to all sources, the street's the place to go
Cause tonight for the first time
Just about half-past ten
For the first time in history
It's gonna start raining men.

Του χρόνου με υγεία!
Και μην σας παίρνουν από κάτω τα δύσκολα της ζωής.
Απο εμάς εξαρτώνται οι χαρές και οι λύπες μας.
Επι των επάλξεων σας θέλω φίλες μου!!!

Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008

Αχ αυτή η Φωτεινή!

Κατάφερε και άναψε πυρκαγιές στις αναμνήσεις με μια πρόσκληση για ένα νέο παιχνίδι. Το ερώτημα ήταν:
"Με πιο τραγούδι θα έλεγες σ' αγαπώ στον σύντροφό σου ή σε κάποιον που σε ενδιαφέρει".
Οι κανόνες του παιχνιδιού βρίσκονται εδώ , αλλά θα τους παραβλέψω για μία ακόμα φορά, όπως έκανα πάντα στη ζωή μου!
Με αυτό το τραγουδάκι αλληλοειπώθηκε το σ'αγαπώ με τον Κ. Φοιτητής εκείνος στην Ιταλία, μαθήτρια ακόμα εγώ εδώ. Το ακούω ακόμα, μετά από 37 χρόνια...Τον Κ. σταμάτησα να τον ακούω πριν 15 χρόνια.


Lucio Battisti:i giardini di Marzo

Και ερχόμαστε στο παρόν...
Τώρα βέβαια, αν μου "τύχει" κανένας ξεχασμένος, το μόνο που θα μπορούσα να του πω μέσα από ένα τραγούδι είναι αυτό: Ίλεος, ίλεος, ίλεος!
Αν καταλάβαινε τί εννοούσα και ήθελε να ανταποκριθεί, θα συνέχιζα τραγουδώντας ΑΛΛΗΛΟΥΥΥΥΥΥΥΥΙΑΑΑΑΑΑΑ!


Νίκος Ξυλούρης:Ζαβαρακατρανέμια

Μαριαλένα μου, η σειρά σου!
Μελωμένε μου τραγουδάκι ζητώ!
Χαντρένια ξέρω πως σε πρόλαβαν άλλοι...αλλά αν μπορείς κάνε μας ένα δωράκι ακόμα.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Σελίδα 123....

...παράγραφοι 5-6-7.

Αχ ,αυτή η σελίδα 123!
Πρώτα η Φαραώνα μου την ζήτησε.
Την μετέφερα για όλους τους συνοδοιπόρους μου και επισκέπτες στο καμαράκι των Ανώνυμων Μελαγχολικών.Είναι από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία.Είναι από τις λέξεις που με ταξιδεύουν μέσα από τα νοήματα που πασχίζω να οριοθετήσω μέσα στην απλή και σύντομη ζωή μου.Είναι φως,είναι έκσταση,είναι ανθρώπινη αναζήτηση και αγάπη που την θέλω,να την πάρω και να την δώσω...την απαιτώ από τον συνάνθρωπο μου κι ας την απαιτήσει κι εκείνος από εμένα!

Κι έπειτα ήρθε ο Μελωμένος μαζί με τις νεράιδες του για να με χορέψουν ξανά στα πισωγυρίσματα του νου που αργοπεθαίνουν με το πέρασμα του χρόνου,να με πάρουν αγκαλιά και να με ταξιδέψουμε πίσω,πολύ πίσω στον χρόνο,πίσω στις αναζητήσεις της εφηβείας μου.
Πέρασαν ολάκεροι καιροί από τότε,Νεραιδοπαρμένε μου, αλλά ο χρόνος μένει στάσιμος όταν η ψυχή εξακολουθεί να ζει στην απεραντωσύνη της νιότης μέσα από γλυκόπικρες αναμνήσεις,σταθμούς γεγονότων,θυσίες και ενοχές.
Γιατί πάντα η 123 σελίδα στα δικά μου βιβλία βγάζει ανθρώπινη πίκρα???

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:Ιδανικοί αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,παίρνουν
τα παλιά φυλαγμένα γράμματα τους,
διαβάζουν ήσυχα κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βηματά τους.

Ηταν η ζωή τους,λένε,τραγωδία
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων
τα δάκρυα,ο ιδρώς,η νοσταλγία
των ουρανών,η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο,κοιτάνε
τα δέντρα,τα παιδιά,πέρα την φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Πέμπτος,έκτος και έβδομος στίχος στην 123 σελίδα από τα άπαντα του ποιητή,που συντρόφεψε και συντροφεύει ακόμα τις αναζητήσεις μου για τα νοήματα και την ουσία της ζωής που μας έμελλε να διαβαίνουμε.

Με την σειρά μου θα ζητήσω να μοιραστούν μαζί μας συναισθήματα της σελίδας 123 απο αγαπημένα τους βιβλία
1)Μαριαλένα
2)Φωτεινή
3)Νυχτολούλουδο
4)Χάρις
Και η Εschbornitisa

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2008

Kronberg: Opel zoo


Η ιστορία ξεκίνησε ως εξής μια ηλιόλουστη κρύα Παρασκευή.
Δύο μεγαλούτσικες κυρίες που Θεού θέλοντος,ελπίζουν να γίνουν και γιαγιάδες πριν πάθουν Αλτζχάιμερ, συνόδεψαν την κατά πολύ νεώτερη φίλη και φιλοξενούμενη τους στον χώρο του Georg von Opel.
Ευρώ 9 κατά κεφαλήν, διότι οι 3 εμείς(Χάριτες) δεν δικαιούμαστε οικογενειακό πακέτο έκπτωσης άνευ παιδιών.
Ολα καλά λοιπόν, και κρίμα που δεν ετοιμάσαμε το καλαθάκι με τα φαγητά μας για να γευματίσουμε στις ξύλινες τραπεζαρίες που είναι προσεκτικά τοποθετημένες μέσα σε πράσινα κιόσκια και δίπλα σε παιδικές χαρές φτιαγμένες με περίσσια μέριμνα και προσοχή.
Ομως!..όμως κοιτάξτε τι μπορεί να κάνει ένα πακετάκι με καρότα που κοστίζει μόνο 1,50 Ας κάνουμε μαζί λοιπόν μια βόλτα στο πάρκο.

Κοιτάξτε ομορφιά,θαυμάστε στυλ!
Είναι είδος υπό εξαφάνιση αυτό το άσπρο συννεφάκι.Το κυνηγήσαμε ανελέητα και αναίσχυντα για αυτό το όμορφο άσπρο τομάρι που φοράει. Μόνο δυστυχία και θάνατο του έφερε...

Λένε τα "βιβλία" πως είναι σαρκοφάγο και επιθετικό ζώο. Μπααααα....Μ'ενα καρότο ξεγελιέται και χαϊδεύεται σαν γατί!

Να και το...ξαδελφάκι του! Η Silver fox που στόλισε πολλούς ποδόγυρους Τσάρων της Αγίας Ρωσίας. Αποδεκατισμένη κι αυτή η κούκλα από Καναδούς, Ρώσους και Ιάπωνες μαζί με τις άλλες συμπεθέρες της, τις Ερμίνες και τις Ζιμπελίνες. Ακόμα και όταν τέθηκαν "υπό ανθρώπινη προστασία" δεν γλύτωσαν το λεπίδι. Ολα τα λεφτά...και οι πανέμορφες ουρές τους έγιναν το διαβατήριο για τον αφανισμό τους!


Είχα καλό δάσκαλο! Ο πιτσιρικάς μου έδωσε μαθήματα περί ταΐσματος.
Λλλά τα παιδιά δεν μπορεί κανείς να τα συναγωνιστεί...


Συμβαίνει και στα καλύτερα πάρκα!....
Οι ανήλικοι να προσπεράσουν την εικόνα παρακαλώ!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

14 Φεβρουαρίου...λιγες ώρες μετα!

1977 ..Φλεβαρης..

...φεύγοντας απο την Padova κείνο το μεσημέρι, έφτασα στο Menstre χάρη στον Roberto και τα χρήματα που μου δάνεισε η σινιόρα Μαργαρίτα -η μάνα του-για να πάρω το τραίνο για την πατρίδα. Οι απεργίες λυμαίνονταν την χώρα τότε.Δύσκολοι καιροί για τα φοιτητάκια.
Voglio stare qui con noi:είπε
Devo andare:είπα....
Το τραίνο ήταν έτοιμο να φύγει όταν άφησε τα χέρια μου και έβγαλε δυο τριαντάφυλλα από την εσωτερική τσέπη του παλτό του.Στο διπλανό κάθισμα τα άφησε και το μόνο που είπε ήταν:Ριξτα στο πρώτο τρεχούμενο νερό που θα δεις όταν θα μπεις στην πατρίδα σου. Una rosa ritorna di me.L'altra stai con te,come la mia anima.....
Οταν πέρασα τα σύνορα ήταν νύχτα ακόμα,Ανοιξα το παράθυρο...έβρεχε...περίμενα ώρα να ακούσω την βουή από τα νερά του Αξιού(βαρδαρ)Πέταξα τα rosa και κουλουριάστηκα στο κάθισμα,μέχρι που ανακάλυψα πως δεν ήταν η βροχή αλλά τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο μου...
....είδα την Τασία(η μάνα μου)να με περιμένει στο παγκάκι στο σταθμό.Γύρω στις 5 το πρωί ηταν..
Την αγκάλιασα και ξαναεκλαψα.....πικρά,πολύ πικρά,,,
Είχε ξημερώσει πια 14 του Φλεβάρη....
L'ultima parola che ha cantanto all'mio cuore era......
io ti amo, davero...ti amo, si ti amo.....

(Οπως δημοσιεύτηκε ένα χρόνο πριν στους Ανώνυμους Μελαγχολικούς)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Frankfurt :Senckenbergermuseum

Οι κάτοικοι της γης πριν απο πολλά εκατομμύρια χρόνια....υπό μορφής σκελετού.

Σήμερα,συμμαζεύτηκα επιτέλους, νωρίς στο σπίτι για να ετοιμάσω τις βαλίτσες της επιστροφής μου.Συμμάζεψε και η αδελφή μου τις φώτο μου και σκέφτηκα να ανεβάσω λίγες-σαν πρώτη δόση-από τις περιπλανήσεις μου.
Στην είσοδο του μουσείου εχει απαγορευτικό σκύλων.Λογικό είναι!Εχει τόσα κόκκαλα εκεί μέσα που θα μπορούσαν να χορτάσουν μία αγέλη!







Κούκλος ο Edmonto-σαύρος-σαύρα-το ίδιο είναι.Το φιλί του πάντως το πήρε μέσα απο το τζάμι...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2008

Σήμερα.....

...μια νύχτα γενναριάτικη, που τρυπώνει στις καμινάδες κουρσεύοντας την λαγνεία και εκείνο το πηχτό άρωμα που γεννάει η φωτιά σαν αγκαλιάζει γεμάτη πάθος το ξερό ξύλο.
Ενα ατσαλάκωτο, ολόγιομο χλωμό φεγγάρι, σέρνεται ξωπίσω της και παίζει κρυφτούλι με τα νιογέννητα συννεφάκια ανάμεσα στα ουράνια πέπλα της, ξεγελώντας τα παιδιά του Αιολου που αλυχτάνε με μανία, όταν χάνουν την παρτίδα στην σκακιέρα του ουρανού.
Εδω και επτά μέρες γίνομαι 'παρωρίτης' σε μια άλλη γωνιά της γης.Απο εδώ βλέπω τα σουσούμια της νύχτας τώρα.. .



.....ποιά ανθρώπινη φωνή θα μπορούσε να τραγουδήσει στις νότες που μουρμουρίζουν τα φυτά στα όνειρα του Γενναριάτικου ύπνου τους? Ποιός μπορεί να καταλάβει το τραγούδι από τα αγέννητα μπουμπούκια?
Κάποτε -όταν ήμουν μικρή- άκουσα πως, όταν ένα ανθρώπινο ον έχει γενέθλια και βγει μόνο του έξω, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος,θα ακούσει πολλούς από τους ψιθύρους των πλασμάτων του γήινου κόσμου!
Εχω γενέθλια σήμερα.....

.....αλλά εξακολουθώ και νοιώθω σαν την clemace! Ταπεινή στην όψη και την προβολή της ξεθωριασμένης της εικόνας, αγέρωχη...και όμορφη-άσχημη, σκεπασμένη με την πρωινή παγωμένη πάχνη, ξέπνοη και παρατημένη, αποξεχασμένη αλλά και έτοιμη πάντα να ονειρεύεται την επόμενη αναγέννηση....

....σαν αύριο το τετράδιο της giotavita θα συμπληρώσει 365 ημέρες....
Στέλνω την αγάπη μου σε όσους όλους ήταν συμπορευόμενοι μαζί μου....

Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2008

Pensieri e parole...σκέψεις και λόγια..

Σήμερα δεν είμαι στις καλές μου.
Πολλές οι αιτίες και πολλά τα αμφίδρομα παράπονα οι εντάσεις και τα κακώς κείμενα μέσα απο το οικείο μου περιβάλλον.
Πήρα διπλή δόση από τα χάπια για την νευροπίεση που χτύπησε κόκκινο και φλερτάρισα για πολύ ώρα τα ροζ ηρεμιστικά χαπάκια που μου έδωσε ο γιατρός για τις"δύσκολες στιγμές".
Αισθάνθηκα σαν την Αλίκη μπροστά στο δίλημμα μέσα στην χώρα των θαυμάτων."Φάε με!Πιες με!"
Δεν έκανα ούτε το ένα ούτε το άλλο.Φώναξα,έβρισα,έκλαψα και συμβιβάστηκα για μια άλλη φορά με την μοναξιά μου.
Κι έχοντας την Κανέλα στα γόνατα μου να γουργουρίζει και τον Πούμα-κι απέναντι να με κοιτάει με τα σμαραγδένια του μάτια γεμάτα με αγάπης λάμψη ...εφυγα.
Εφυγα πολλά χρόνια πίσω.Οταν η ζωή ηταν δική μου και την άρπαζα απο τα μαλλιά,και κανένας δεν μπορούσε να μου την περιφράξει η να την οριοθετήσει.
Τότε που ήμουν 18-20 χρόνων και όλα έλαμπαν μέσα στα φώτα της αναζήτησης ,του έρωτα και της ελπίδας για το καλύτερο αύριο.
Αναρωτιέμαι τι μου έμεινε τώρα πια?Τις επιβαλλόμενες κοινωνικές προτεραιότητες τις εκπλήρωσα και ωσάν"κόρη"και ως μητέρα στο έπακρο.Και πιο το αποτέλεσμα?
Κατέληξα να είμαι το"δεδομένο" της ασφάλειας και για τους γονείς μου και για το παιδί μου.Κι εγώ σαν Παναγιώτα είμαι απλά"η ευπρεπής κυρία Γιώτα".Σκατά στα μούτρα μου,η μαλάκω που άφησα την ζωή να φύγει μέσα από τα χέρια μου για να μην δυσαρεστήσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα.Ενα "αχνό"ευχαριστώ δεν άκουσα.Ολο και θέλουν παραπάνω.Ολο και παραπονιούνται πως δεν τους καλύπτω επαρκώς.Και πάντα είμαι εξω απο τις προτεραιότητες τους.Σαν να μην υπάρχω με λίγα λόγια...
...Αμελητέα ποσότητα!
Και για να ξεφύγω απο τον πειρασμό των ροζ ορεκτικών που φωνάζουν"φάε με"για να μπεις στην χώρα των θαυμάτων,έπλεξα με επώδυνη υπομονή ενα ροζ κουκούλι και κλείστηκα μέσα του αλώβητη πια απο όσα με πονάμε,από όσα δεν μπορώ να αλλάξω,από οσα πρέπει να δεχτώ ασχετα αν δεν μου δίνουν καμία χαρά.
Και μέσα στο κουκούλι μου θυμήθηκα αυτό το τραγούδι.Και ξανάγινα παιδί.
Ημουν ερωτευμένη ξανά με τον Κ.
Μαθήτρια εγώ ακόμα να περιμένω τα γράμματα του και τους δίσκους που μου έστελνε απο την Ιταλία με το ταχυδρομείο.



Αυτες ήταν τότε οι αγαπημένες μου λέξεις απο όλο το τραγούδι:
>Γνωρίζεις την ειλικρίνεια μου
ξέρεις πως και σήμερα θα πέθαινα για την τιμιότητα
Γνωρίζεις το ονομα μου,
μόνο εσύ ξέρεις,αν είναι αλήθεια ή όχι,αλλά πιστεύω στον Θεό.<

Conosci me la mia lealta
tu sai che oggi morirei per onesta.
Conosci me il nome mio
tu sola sai se e vero o no che credo in Dio.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2008

The hollow men - Οι κούφιοι άνθρωποι

Το παραδιπλανό τραγουδάκι, το έκλεψα από τη μουσική της κόρης μου. Το άκουσα κάποια άγρια μεσάνυχτα και από τότε γράφτηκε στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μου και στον κώδικα του μπλογκ μου. Το τραγουδούν οι "Ωχρά Σπειροχαίτη" και βρίσκεται στον Δεύτερο δίσκο τους που κυκλοφόρησε το 2002.Η Μαρία μου είπε ότι είναι μετάφραση του ποιήματος the hollow men (1925) του T.S. Eliot.

Διαβάζω όλες αυτές τις μέρες στα περισσότερα μπλογκ το θέμα "Ζαχόπουλος". Σίγουρα δεν συμφωνώ με όλα αυτά που έγιναν, άλλα ας μη γινόμαστε και εμείς πιο κούφιοι από τους ήδη κούφιους ανθρώπους. Γινόμαστε η Νέμεσις στα αδικήματα των άλλων, αλλά ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε αν εμείς αδικήσαμε κάποιον (παντί τρόπω).
Και άλλωστε αν δεν σας κάνει ο τρόπος λειτουργίας των στελεχών της νυν κυβέρνησης... αλλάξτε ψηφοδέλτιο.
Ποιοι από όλους εμάς νομίζετε (με το χέρι στην καρδιά να ομολογήσουμε) πως αν είμασταν στη θέση του θα λειτουργούσαμε με το ευαγγέλιο παραμάσχαλα?
Ποιοι από εμάς πιστεύετε πως αν μας δινόταν η ευκαιρία δεν θα βουτούσαμε το δάχτυλο(για να μην πω όλο το χέρι) στην κρατική μαρμίτα με το μέλι?
Ποιοι από εμάς αν είχαμε το κύρος της εξουσίας, δε θα βγάζαμε τα καταπιεσμένα μας σεξουαλικά απωθημένα? Και ζαρτιέρες θα φορούσαμε και χειροπέδες και μαστίγια θα πλαταγιάζαμε και ό,τι άλλο υπάρχει κατά νούν κεκαλυμμένο.
Μη χέσω λοιπόν...Βάλτε σκοπό της ζωής σας να αλλάξετε τα κακώς κείμενα και σταματήστε το κουτσομπολιό και τα ανώφελα μπλα-μπλα.
Το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται και ο παπάς.
Ενδιαφερθείτε καλύτερα για τα άτομα τριγύρω σας, τους ερωτικούς σας συντρόφους, τους φίλους σας, τα παιδιά σας, τους γονείς σας...
Ενδιαφερθείτε για τους απόρους, υιοθετείστε ένα αδέσποτο, επισκεφτείτε ένα γηροκομείο ή ένα άσυλο με ένα κουτί γλυκάκια, φυτέψτε ένα δέντρο στην καμένη γη και αν δεν μπορείτε, κάντε το στο μπαλκόνι σας...
Και σταματήστε να ασχολείστε επιτέλους με μαλακίες του στυλ ποιος χοντρός γάμησε την βοσκοπούλα...Έλεος πια...Το δάσος της Ελλάδας είναι γεμάτο από κακούς λύκους.Αν δεν μπορούμε να στήσουμε τα δόκανα, ας μην αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια.
Όλα αυτά λοιπόν που συμβαίνουν στους καιρούς μας, νομίζω πως αντιπροσωπεύονται απόλυτα από τους ακόλουθους στίχους...

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

Πρωτότυπο κείμενο :www.poetry.poetryx.com/poems/784/
Στους στίχους που δεν μεταφράστηκαν στα ελληνικά υπάρχουν παραλληλισμοί λέξεων μέσα από την Κόλαση του Δάντη.
Στην wikipedia (www.en.wikipedia.org/wiki/The_Hollow_Men) θα βρείτε περισσότερες πληροφορίες.
Το τραγούδι μπορείτε να το ακούσετε ΕΔΩ
Σε συνεργασία κειμένου Π.και Μ.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2007

"τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια της Μαρίκας"

Σε μνήμη όλων των δέντρων που κάηκαν για την απληστία των ανθρώπων.
Σε ανάμνηση όλων των δέντρων που κόπηκαν για την Χριστουγεννιάτικη ματαιοδοξία των ανθρώπων.

Αν μπορούσε να μιλήσει ένα δέντρο...

..."Γκαπ-γκουπ" ακούστηκε το τσεκούρι του κυρ-Παντελή και το καταπράσινο δέντρο σωριάστηκε στη γη μ'έναν δυνατό θόρυβο.
Ήταν το τελευταίο δέντρο που έκοβε για σήμερα ο κυρ-Παντελής, ο φημισμένος ξυλοκόπος. Έκοβε όποιο δέντρο έβρισκε μπροστά του, αρκεί να γέμιζε το μάτι του πως θα του έδινε αρκετή ξυλεία.
Σκούπισε τον ιδρώτα του και άρχισε να μετρά τα κομμένα του δέντρα, όταν άκουσε ένα σιγανό κλάμα. Κοίταξε από δω, κοίταξε από εκεί, δεν είδε τίποτα! Το κλάμα συνέχισε να ακούγεται όλο και πιο λυπητερό. Ακουγόταν από χάμω,μέσα από το τσαλαπατημένο χορτάρι. Έστησε αυτί ο κυρ-Παντελής κι έσκυψε κατά τη γη. Κι εκεί ανάμεσα στα χοντροπάπουτσά του, πάνω σ'ένα σωρό πριονισμένα κλαριά, ανακάλυψε ένα αστείο, μικρό, κουρελιασμένο ανθρωπάκι (ίσαμε την παλάμη του) να κλαίει με μαύρο δάκρυ.
Αναταράχτηκε ο σκληρός ξυλοκόπος.
- Ποιος είσαι του λόγου σου? το ρώτησε.
Και΄κείνο με μια τσιριχτή και γεμάτη βάσανο φωνή του είπε:
- Είμαι το ξωτικό, η ψυχή απ΄ αυτό το πεύκο που είχε τόση ζωή μπροστά του κι εσύ το κατάντησες ένα σωρό από νεκρά κλαριά και φύλλα.
- Μα τα δέντρα πρέπει να κόβονται,είπε ο κυρ-Παντελής, για να γίνεται πιο εύκολη η ζωή των ανθρώπων.
- Ναι! συμφώνησε το ξωτικό, αλλά εσείς οι άνθρωποι καταστρέφετε ό,τι βρεθεί μπροστά σας χωρίς να κάνετε διαχωρισμούς!
Για σκέψου πόσος πολύς χρόνος χρειάζεται για να μεγαλώσει ένα δέντρο του δάσους. Μόνο του πρέπει να μάθει να προσαρμόζεται και στις πολλές βροχές και στην ξηρασία. Μικρό και λίγο-λίγο πετάει την κορφούλα του για να πάρει και αυτό, τον λίγο ήλιο ανάμεσα απ΄ τα άλλα ψηλά δέντρα. Κι ύστερα, όταν βγάλει το πρώτο του φύλλωμα δέχεται τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά ζώα και γίνεται ένα καταφύγιο για τους μικρούς κατοίκους της φύσης.
Προστατεύει ό,τι ζει μέσα του. Δίνει ασφάλεια και πολλές φορές τροφή απ΄ τον ίδιο του τον εαυτό. Δίνει την σκιά του για να ξεκουραστούν οι εκδρομείς του δάσους και τα ριγμένα του ξερόκλαδα για ν΄ανάψουν φωτιές και να ζεσταθούν. Μόνο του καταπολεμά τις αρρώστιες του. Σπάνια οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι΄ αυτό και πολλές φορές του βάζουν φωτιά ή χωρίς να το θέλουν ή επίτηδες.
- Μα!...πήγε να διαμαρτυρηθεί ο κυρ-Παντελής, αλλά το ανθρωπάκι τον διέκοψε μ΄ένα νεύμα.
- Σταμάτα, σταμάτα, του είπε όλο φούρια, έχω κι άλλα να σου πω.
Ξεχνάς κι εσύ, όπως όλοι οι άλλοι, εκείνη τη θαυμάσια διαδικασία της απελευθέρωσης του οξυγόνου? Μήπως δεν μας αποκαλείτε εμάς τα δέντρα "πνεύμονες των πόλεων"?
Σας δίνουμε το ξύλο μας.Σας δίνουμε την αίσθηση του ερχομού της Άνοιξης με τους πρώτους μας ανθούς.Ακόμα και τα φύλλα μας τα κάνετε βότανα και μυρωδικά.
Τώρα το ξωτικό μιλούσε χωρίς σταματημό και κουνιόταν νευρικά πάνω στο σωρό τα κλαριά. Ο κυρ-Παντελής έστεκε κι αυτός σαν πελεκημένο κούτσουρο.
- Δεν έχω πολύ καιρό, πρέπει να σου τα πω όλα, είπε η αναστατωμένη του πεύκου ψυχή.
Είσαστε άκαρδοι οι άνθρωποι, συνέχισε.Ακόμα και για τα δέντρα που είναι έξω από τα σπίτια σας είστε αδιάφοροι.Πότε τα ποτίζετε? Πότε τα καλλωπίζετε? Πότε τα καθαρίσατε από τα καυσαέρια της πόλης? Πότε τα ραντίσατε για να τα έχετε υγιή? Πετάτε τα σπίρτα σας και τ΄αναμμένα σας τσιγάρα, ξεχνάτε τις φωτιές σας φεύγοντας από την εκδρομή σας.Μας καίτε και μας αφανίζετε.Μας καίτε στα τζάκια σας!Μας στολίζετε τα Χριστούγεννα στα σπίτια σας.Δεν αναρωτηθήκατε όμως, πώς εμείς θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε?Σπείρατε ποτέ κάποιο κλαδί,να το περιποιηθείτε,να το φροντίσετε?Να το δείτε να πετάει το πρώτο του φύλλο?
Όταν βλέπετε εκείνες τις μαύρες καπνισμένες εκτάσεις μετά τις πυρκαγιές,κάνατε κάτι για να γίνουν πράσινες και ζωντανές ξανά?
Κι εσύ κυρ-Παντελή μόνο να κόβεις ξέρεις.Κόβεις ό,τι βρεθεί μπροστά σου.Πρέπει δεν πρέπει.Χωρίς τύψεις,χωρίς οίκτο....
Ετρεμε τώρα το ξωτικό σαν σπασμένη χορδή κιθάρας.Φούσκωνε και ξεφούσκωνε σαν τρύπιο μπαλόνι.Ξανάβαλε τα κλάματα και ύψωσε την τσιριχτή του φωνούλα.
_Φεύγω.φεύγω είπε.Πάω να βρώ ενα νιοφύτευτο δενδράκι για να ξαναγίνω ευτυχισμένος.
Λυπόσουν να το βλέπεις αυτό το κουρελιασμένο γδαρμένο ανθρωπάκι.
Το λυπήθηκε κι ο κυρ-Παντελής.Αρχισε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει κι αυτός απο στεναχώρια.Ηθελε να αποκριθεί αλλά πνιγόταν η φωνή του και δεν έβγαινε.Ο αέρας δεν του έφτανε και άρχισαν να δακρύζουν τα μάτια του.Χίλια κομμάτια έγινε η καρδιά του μπροστά στα όσα ξεστόμιζε το ανθρωπάκι.
-Μα...μα εγώ,δεν μπόρεσε να συνεχίσει.Εμεινε άλαλος καθώς το ξωτικό άρχισε νά αλλάζει χρώματα και μορφή μουρμουρίζοντας ακατάληπτους λαρυγγόφωνους ήχους γεμάτους παράπονο και πίκρα.
Εσκασε σαν χιλιόχρωμο μπαλόνι την ώρα που ξύπνησε ο ξυλοκόπος πλάι στο φρεσκοκομμένο πεύκο μούσκεμα στον ιδρώτα.
-Μπα σε καλό μου-είπε-όνειρο ήταν!Αλλά τι όνειρο...
Φόρτωσε στο κάρο τα ξύλα τουκαι πήρε τον δρόμο για το σπίτι.
Σουρούπωνε σαν πέρασε την εμπασιά του αυλόγυρου.
Στο τρεμούλιασμα της τελευταίας ηλιαχτίδας νόμισε πως είδε ένα κουρελιασμένο ανθρωπάκι να τρέχει πέρα δώθε κάτω απο τα πόδια του αλόγου.
Εκλαιγε πάλι και φαινόταν να ψάχνει κάτι με αγωνία.
Γέλασε και μίλησε δυνατά ο κυρ-Παντελής:Γέρασα-είπε-και ξύπνιος βλέπω όνειρα!
Κοίταξε γύρω του την άχαρη αυλή.Κοίταξε για άλλη μια φορά το φορτίο μα τα κομμένα νεαρά δέντρα.Του φάνηκε πως τα άκουσε να τρίζουν και να βογγάνε σαν το ξωτικό του ονείρου.Ανατρίχιασε ο σκληρός άνθρωπος.Αυτός που όλη του την ζωή έκοβε και κατέστρεφε τα δέντρα αναταράχτηκε.
"Αιντε-είπε-έχει και ξερά έχει και άρρωστα και πεσμένα δέντρα στο δάσος.Καιρός να το καθαρίσω κιόλας να πάρει μια ανάσα και ας έχω λιγότερο κέρδος".
Μπαίνοντας στην αυλή κοίταξε τον φράχτη.Εξυσε το αυτί του και μουρμούρισε:"άχαρος αυτός ο φράχτης.Μόνο καρφωμένα σκεβρωμένα παλιόξυλα.Αειντε κι απο αύριο θα του σπείρω αγριοκερασιές.να φουντώσουν και να κοκκινίσουν τα πετροκέρασα το καλοκαίρι.Να βρεί και ο φίλος του ονείρου μου καταφύγιο!"
Ξέζεψε το άλογο στον σταύλο και τράβηξε χαρούμενος για το σπίτι.Χαμένος στα κερασένια όνειρα του δεν είδε την λάμψη στην άκρη του φράχτη.
Ενα ανθρωπάκι(ισαμε την παλάμη του)έραβε τα ρούχα του μουρμουρίζοντας και τραγουδώντας όλο χαρά σε μια άγνωστη γλώσσα.Ετοιμαζόταν για το καινούριο του σπίτι.
Τώρα θα διάλεγε μια απο τις αγριοκερασιές που θα έσπερνε ο κύρ-Παντελής!


>>Το παραμύθι της Μαρίκας το θυμήθηκα το 1992 όταν μετά τις γιορτές η δασκάλα της Μαρίας έθεσε θέμα έκθεσης"τι θα έλεγε ένα δέντρο σ'αυτους που το καταστρέφουν".
Δεν ήταν ακριβώς έτσι.Το δουλέψαμε με υπομονή και φαντασία.Αγάπη και ένταση μέχρι να κάνουμε τις αλλαγές.Αλλάξαμε τον μαγεμένο πρίγκηπα σε κυρ-Παντελή και την κακιά μάγισσα με το ξωτικό του Δάσους.Η μαγεμένη βασιλοπούλα γεννήθηκε μέσα στις πετροκερασιες.
Δεν την αναφέραμε.Νομίζω πως αυτά αρκούν.Είναι πιο "κοντά"με τον δικό μας σκληρό κόσμο!<<
Τώρα στο τέλος του 2007 λογυρνάει απο το καλοκαίρι στην θύμηση μου λόγω καταστροφής του δάσους.
Λόγω Χριστουγέννων έγινε πιο έντονη η ανάγκη να το βγάλω παραέξω.....

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007

Το Χριστουγεννιάτικο δώρο μου!

Στον Αη-Βασίλη πίστευα πάντα ακόμα κι όταν μεγάλωσα.
Ίσως ακόμα και τώρα να πιστεύω...

Η Μαρίκα φταίει γι αυτό,που μου έλεγε: μπαίνει από τις καμινάδες και τα "αραλίκια" των πορτοπαράθυρων και ρωτάει την καρδιά του κάθε παιδιού, τι καλή και τι κακή πράξη έκανε. Και ανάλογα με την καλοσύνη και την αγάπη που έδωσε του δίνει τα δώρα του.
-Μα,γιαγιάκα -ρωτούσα- αν δεν είναι καλό το παιδάκι δεν παίρνει δώρα? (τις αταξίες που της έκανα σκεφτόμουν και βούλιαζα σε απόγνωση πως δεν θα πάρω δώρο).
Χαμογελούσε και έλεγε: Παίρνει, πάντα παίρνει δώρο αρκεί να του υποσχεθεί πως θα γίνει καλύτερο του χρόνου.
Με ανακουφισμένη καρδιά την αγκάλιαζα και μετανοούσα για τα προβλήματα που της δημιουργούσα.

Τα χρόνια πέρασαν...
Η Μαρίκα έφυγε...
Ο Αη-Βασίλης ένα παιδί μου έριξε από την καμινάδα,κατά λάθος μάλλον...
Έναν σύζυγο-πατέρα από τα "αραλίκια" των πορτοπαράθυρων που αυτομόλησε στην χώρα της λήθης, οταν εγώ ανακάλυψα πως πρέπει να ανήκω στην οικογένεια των ταράνδων.
Και 20 χρόνια σκληρής δουλειάς ...μοναξιάς και αυτογνωσίας.
Καθε Δεκέμβρη του έγραφα γράμματα του Βασίλη γεμάτα με πίκρες και καθημερινούς καημούς. Τα έκαιγα ξημερώνοντας πρωτοχρονιά και πάντα αναρωτιόμουν αν ήμουνα το κακό παιδί, που όλα αυτά τα χρόνια μου στέρησε τα δώρα που προσδοκούσα και ήθελα.

Έκανα ανακωχή μαζί του και συγχρόνως με το "κακό παιδί του εαυτού μου" τελικά,λίγα χρόνια πριν το σωτήριο έτος 2007 μετά από πολλά ερωτηματικά και αμφιβολίες....
Το"παιδί που έπεσε από την καμινάδα "έζεψε" τους δικούς του ταράνδους,τον Prancer,Dancer,Comet και τους αποδέλοιπους και σιγά σιγά φεύγει για τους δρόμους που χαράζει η δική της αναζήτηση,στις θάλασσας των οστράκων και των ποιητών.....και στην τελική κοινή πορεία με τον Β.

Κι εγώ μέσα από τη επερχόμενη σύγχυση της προσδοκώμενης αμετάκλητης αλλαγής της ζωής μου,έστησα μια ονειρική κουβέντα με τον Βασίλη και του είπα:Ακου να δείς Άγιε,θέλω ένα ακόμα παιδί,Με αδίκησες. Μόνο ένα έρριξες απο την καμινάδα.
_Χο-Χο_χο απάντησε.Είσαι χαζή,μου είπε.
Κοίτα τριγύρω σου τυφλή και άμυαλη.Ξέρεις πόσα παιδιά ζουν στις "καμινάδες"?
-Πάμε Vixen να της δείξουμε....
Ο τάρανδος όρμησε στην κρύα χιονοσκέπαστη νύχτα σέρνοντας το έλκηθρο μαζί με τους συντρόφους του.Ο Βασίλης πετούσε χρυσή αστρόσκονη,παιγνίδια και ακατάληπτα τραγουδάκια.
Ώσπου το χιόνι σταμάτησε και μια ομιχλώδη υγρασία απλώθηκε πάνω απο τις κορφές των δέντρων μιας πράσινης υγρής χώρας.
-Κοίτα,κοίτα ανόητο πλάσμα-μου είπε- πόσα χεράκια θα βγουν ψάχνοντας για δώρα,οχι απο τις καμινάδες αλλά απο τα τσίγγινα σπίτια.
-Δεν τα καταφέρνω μόνος μου εδώ,θέλω πολλούς βοηθούς.Τα ξωτικά και οι νεράιδες μου λιγόστεψαν και πεθαίνουν απο τότε που σταματήσατε να τα πιστεύετε εσείς οι πολύξεροι άνθρωποι.Τώρα πρέπει να συνεχίσετε εσείς το έργο τους.Ισως και το δικό μου....γέρασα πια

Δυο χεράκια ξεχώρισα μέσα στην θαμπή ανατολή, δυο μάτια σαν της παγιδευμένης ελαφίνας,ενα τιτίβισμα μιας φωνούλας ιδια με των κορυδαλλών το τραγούδι καθώς καλωσορίζουν την αρχέγονη ανατολή του φωτοδότη Ηλιου.
-Το θέλω αυτό το παιδάκι Αγιε μου Βασίλη, να ξαναγίνω μανούλα θέλω,είπα
-Χο-χο-χο. Θα σου πω πως θα γίνει,πάμε να φύγουμε τώρα....

Μέχρι να με φέρει απο την Καμπότζη στην Ελλάδα με κάθισε σιμά του και μου ψιθύρισε όλα τα μυστικά.

Στις αρχές του Δεκέμβρη ο Αη-Βασίλης μου έστειλε το φετινό δώρο μου.Η Phary,εκει στην μακρινή Καμπότζη με τίμησε με το να με κάνει ανάδοχη μητέρα της.



Ευχαριστώ τους λίγους και εκλεκτούς φίλους μου μπλόγγερς που με προέτρεψαν να μην το κρατήσω κρυφό.
Τους το χαρίζω με την αγάπη μου,αλλά και σε όλους τους άλλους που θέλουν να γίνουν τα ξωτικά-βοηθοί του Βασιλάκη.

Ο Αη-Βασίλης πάντα θα ζει...
Μέσα στις ανθρώπινες καρδιές,

Να σας πω τι μου ψιθύρισε ο Βασιλάκης στo αυτί?

ACTION AID

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 03, 2007

"πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη"?

Οδυσσέας Ελύτης


Ολα μπορούν όμως να χωρέσουν σε δυο χεράκια και μια ανθοδέσμη μαζί με εκείνο το ταπεινό χαρτάκι που λέγεται πτυχίο.

Οπως χώρεσε η Αφροδίτη σ΄ενα όστρακο του Μποτιτσέλλι.

Τόσο μικρό και πανέμορφο ήταν το όστρακο!


Αλλά αυτό που εμένα με συνεπήρε ήταν εκείνες οι "κόρες,όμορφες και γυμνές,λείες σαν το βότσαλο ,να φυσάν όρθιες μέσα στην κοχύλα..."


Ο Ελύτης και ο Σεφέρης ονομάζουν"κοχύλα"την Tritonis.Οι ναυτικοί την λένε μπουρού γιατί βγάζει ήχους σαν την μπουρού του καραβιού αν την φυσήξεις,μέσα στην νεκρική σιγή των υπερπόντιων ταξιδιών με παρέα την μοναξιά τους.

....εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζοντας το πανί και τ'αστέρια,ακούνε τον αγέρα,ακούνε πέρα απο τον αγέρα την άλλη θάλασσα,σαν ένα κοχύλι κλειστό,κοντά τους δεν ακούνε τίποτα άλλο,δεν ψάχνουν...
Γ.Σεφέρης.

Κάπως έτσι έγινε η πτυχιακή της Μαρίας.Ταξίδεψα μαζί της.Ταξίδεψα στο θέμα"τα όστρακα στην λογοτεχνία".
Με μάγεψε ο Λόρκα,με μελαγχόλησε ο Ελλιοτ,ακολούθησα τον Λόπε Ντε Βέγγα στην Φουέντε Οβεχούνα αλλά.....ξεγυμνώθηκα "στων ψιθύρων την επώαση μες΄τα κοχύλια"του δικού μου γητευτή Ελύτη,κι έφυγα μαζί του"Δυτικά της λύπης" για να βρω τον Ν.Καββαδία,μέσα στο πούσι να μου λέει"ενα κοχύλι έχεις σκουλαρίκι στο αυτί..." κι εγώ να του φωνάζω:τραγούδησε μου το καραντί,το καραντί θα μας μπατάρει.....μέχρι το τέλος που λέει:κατάκοιτη πελεκημέμη απο σπαθιά,διπλά φορώντας των Ινκας τα σκουλαρίκια....
..σήμερα χωρίς σκουλαρίκια,πήρα τον δρόμο που χάραξε"το φίδι και η σμέρνα".
50k.m.ανάμεσα στα λιόδεντρα και την πρωινή ηλιόλουστη αύρα η διαδρομή είναι σαν ενα κομπολόι με μαργαριτάρια που τα αφήνεις ένα προς ένα να γίνουν ανάμνηση και μελλοντική εικόνα προσμονής ανάμεσα στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Ανακατωμένα συναισθήματα,συγκεχυμένες σκέψεις,αναμνήσεις φόβοι και μια πικρή νοσταλγία για όσα χάθηκαν,για όσα πέρασαν,για όσα δεν πρόκειται ποτέ να ξανάρθουν.

Θέλω να κλάψω,αλλά κρατιέμαι,θέλω να το βάλω στα πόδια αλλά μένω καρφωμένη στην μπλέ πολυθρόνα.Ανοίγω την μηχανή και τα χέρια μου τρέμουν.Ουτε φωτογραφίες δεν θα μπορέσω να βγάλω το παιδί μου,σκέφτομαι,τόσο άχρηστη είμαι.Ψάχνω με τα μάτια την είσοδο για να βρώ τον Βαγγέλη.Αργεί κι αυτός,αργεί πολύ.Δίπλα μου ο δάσκαλος,ο παππούς της,ψάχνει την εγγονή του επί"σκηνής"για να της στείλει φιλάκια.Δεν μπορεί να καταλάβει πια πως νοιώθω εγώ.Γέρασε πολύ ο αγαπημένος μου πατέρας.Αλλά με τίποτα δεν θα έχανε την ορκωμοσία της εγγονής του.Αναρωτιέμαι αν έκανε συμφωνία με τον Λούσιφερ η με τους Αρχαγγέλους για να ζήσει κάτι τέτοιες στιγμές.
Ευτυχώς ήρθε ο Βαγγέλης...κρυμμένος πίσω απο την ανθοδέσμη.
-Θα πάτε να της την δώσετε κυρία Γ.?
-Οχι,πήγαινε εσύ καλύτερα Β.μου!
Βλέπω αυτό το γλυκό και ήσυχο αγόρι που είναι μαζί της εδώ και 3 χρόνια ,να χαίρεται στην χαρά μας,και να συμπορεύεται με τα όνειρα μας και δακρύζω.

Κι αφού δόθηκαν οι όρκοι και πήραμε τον πάπυρο,μου λέει η Μαριώ "μια στιγμή μάμα,έρχομαι"και μετά να φύγουμε γιατί ο παππούς θα κουράστηκε.
Την βλέπω να μιλάει,να αγκαλιάζεται,και να κρύβει πίσω απο πλαστά χαμόγελα κάποια καμουφλαρισμένα υγρά μάτια που είναι έτοιμα να στάξουν,με μια κυρία ντυμένη με σκούρο κοστούμι.
Στην έξοδο συναντιόμαστε με την κυρία αυτή.....και συστηνόμαστε.Είναι η επιβλέπουσα καθηγήτρια της πτυχιακής της.Η Dr.M.Σ.
Δεν θυμάμαι τι ειπώθηκε.(Θυμάμαι,Θυμάμαι,και μετά έψαχνα απεγνωσμένα την τσάντα μου για να βρω χαρτομάντηλα.....Και τα δάκρυα ήταν χαράς,ανακούφισης και εκπλήρωσης προσδοκιών.)
Αυτή η η κυρία με το σκούρο κοστούμι"μια Δευτέρα πρωινή άδειασε μες τους ουρανούς την άμμο και χτύπησε το όστρακο της καρδιάς μου με χρυσαφένιο φτυάρι"

"πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη"?
Ο.Ελύτης

Με αγάπη νομίζω πως χωράει...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2007

αισθήσεις και αισθήματα...-5-...

1954- Η Μαρίκα.

Η φυγή μου απο τα χειμαδιά των λόφων έγινε στην αγκαλιά της Μαρίκας τον Σεπτέμβρη του ενιαυτού έτους.Ηταν και επακόλουθο της κουτουλιάς του μονόφθαλμου τράγου,του Αλή.Δεν με χώνευε ο κερατάς ο μπροστάρης.Κάθε που μ'εβλεπε να μπουσουλάω στην κουρελού που έστρωνε η μάνα μου στην χορταριασμένη αυλή,με κάρφωνε με το μοναδικό του κίτρινο μάτι και όργωνε με τα ποδάρια του το χώμα ξεφυσώντας απο τσατίλα.
Οσο κι αν τον έδιωχνε η Τασία,όσο κι αν τον έδενε στον φράχτη η Διαλεχτή κατάφερε μια μέρα κι έβαλε γκολ ο μπαγάσας...και η μπάλα ήμουν εγώ.
Το ίδιο μεσημέρι μετακόμισα στο κεφαλοχώρι στο αρχοντόσπιτο της Μαρίκας στον προσφυγικό"μαχαλά".Ζούσε εκεί μαζί με την μικρή πλεξουδάτη.Την αδελφή μου....
Και άρχισαν τα χρόνια να κυλάνε....

Στεγνή και αγέλαστη γυναίκα ήταν η Μαρίκα.Σφιγμένο πάντα το χείλη της και ο λόγος της φρεσκοακονισμένο μαχαίρι.Δίκαιη στις κατά Κύριον βουλές και αδέκαστη στους αμετανόητους,ψεύτες,κλέφτες ...και βασανιστές!
Γεννημένη τον Μάιο του 1906 στην Ανδριανούπολη απο την Αικατερίνη την τσαούσα δασκαλίτσα που έκανε το παρθενικό της ταξίδι,από την Τουρκία στην Αθήνα για να δει τον αδελφό της τον Αναστάση που σπούδαζε γεωπόνος,και του μουστακαλή του ντροπαλούλη Θόδωρου του βιβλιοπώλη απο την Κωνσταντινούπολη,η Μαρίκα ήταν ο καρπός ενός μεγάλου έρωτα,μιας διαδρομής Ανδριανούπολη-Αθήνα-Κωνσταντινούπολη,στο λυκόφως του 20ου αιώνα,και όχι ενός προξενιού όπως είθισται τα χρόνια εκείνα.
Μεγαλώνοντας με την γιαγιά της την Μαριγώ,και την πολύ μικρή της θεία την Ελεονόρα(δασκάλες και οι δύο)τον πάππο της τον Νικόλα τον τσιφλικά,που δεν χαλούσε ποτέ στα θηλυκά του χατίρια(3 κόρες και τον Αναστάση είχε)η Μαρίκα απέκτησε μια σιγουριά και μια περίεργη ιδιοσυγκρασία για τους καιρούς εκείνους.
Το 1915 μετά τους βαλκανικούς πολέμους η Ελεονόρα ήρθε ωσάν διδασκάλισσα που ήταν,να διδάξει στην Ελλάδα.Μαζί της είχε και την ανηψιά της την Μαρίκα.
Κατέβηκε απο το τρένο με το κρινολίνο της,τα μεταξωτά της και το ομπρελίνο της και έτεινε το δαντελοφορεμένο χέρι της προς χειροφίλημα αβροφροσύνης στον νεαρό Βενιζελικό υπολοχαγό που ηρθε να την παραλάβει.Τον Δ.Α.Εκείνος τάχασε απο την ομορφιά και το παραστημα της.Αγνόησε το λεπτεπίλεπτο απλωμένο χεράκι...και την χαιρέτησε στρατιωτικά!
Από μια ματιά όμως πιάνεται ο έρωτας.Σε λίγους μήνες παντρεύτηκαν και η Μαρίκα γύρισε στους γονείς της στην Μ.Ασία
Το 1920 ήρθε για πάντα στην Ελλάδα.

1959-60 Η ζωή μου με την Μαρίκα.
Λατρεύω αυτό το σπίτι με το μεγάλο υπόγειο όπου μικρά-μικρά ποντικάκια κάνουν επιδρομές στα σακιά με το αλεύρι.
-Ασε να φάνε κι αυτά-λέειη Μαρίκα στην μάνα μου που στήνει ποντικοπαγίδες με ψωμί βουτηγμένο στο λάδι,περισσεύει για όλους.
Λατρεύω τον κήπο της και πάω κρυφά και ξεθάβω τους βολβούς απο τις ντάλιες και τα ζουμπούλια και τους παραχώνω στην δικιά μου"γωνια"για να κάνω τον δικό μου κήπο,καλύτερο απο της Μαρίκας.
Ερχόταν κρυφά και τα έβαζε στην σωστή θέση,έριχνε άχυρο τον χειμώνα για να μη μουχλιάσουν και την άνοιξη δίναμε τα λουλούδια στον δάσκαλο και την Τασία να στολίσουν το ποτηράκι στην σχολική έδρα.
Λατρεύω το κοτέτσι της,όπου πάω και κρύβομαι όταν ζηλεύω έως θανάτου την μικρή πλεξουδάτη,γιατί φεύγει και ζει μαζί με την Τασία και τον δάσκαλο όταν αρχίζουν τα σχολεία.Κλαίω και μανιάζω τις περισσότερες φορές και σπάω τα προσφόλια που έχει για τις κλώσες με μια άκρατη παιδική μανία.
Ερχεται και με παίρνει χωρίς να μιλάει.Με καθαρίζει απο τις κοτόψειρες με σηκωμένο πάντα το μαύρο της φρύδι(δεν εχω ματαδεί φρύδι να σηκώνεται τόσο ψηλά)και με καθίζει δίπλα στην ξυλόσομπα.Ψήνει ψωμί ζυμωμένο απο τα χέρια της και βραζει φρέσκα αυγά.
Αλείφει τις φρυγανιές με το φρέσκο χρυσοκίτρινο βούτυρο και λέει:Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια βασιλοπούλα....κι όλα γίνονται όμορφα και λαμπερά ξανά,κι η ζωή αποκτάει νόημα,υποσχέσεις και χαμόγελα..
Μα πιο πολύ λατρεύω τις γάτες της.Η Πλουμιστή,η Αστέρω,η Γκόλφω,ο Χασάν,ο Μπεκρής και τόσες άλλες που τους περνάει πολύχρωμες φούντες στα αυτιά πλεγμένες απο μουλινέδες για να τους δώσει ταυτότητα"οι γάτες της κυρά-Μαρίκας"κι αλίμονο σε όποιον τις πειράξει,(κάπως έτσι μου τρύπησε κι εμένα τ'αυτιά σ'εκείνο το αφράτο ντιβάνι,κατω απο το παράθυρο του σαλονιού της ένα ηλιόλουστο απόγεμα.Με μια βελόνα που"καπλάντιζαν"τα παπλώματα καμμένη στο καμινέτο.Μου πέρασε δυο χρυσά χαλκαδάκια με τυρκουάζ πετρούλες και μου είπε"Είδες!τώρα μεγάλωσες λίγο πιο πολύ"
Αφέθηκα στην αγκαλιά της και κατάπια τον πόνο των τρυπημένων μου αυτιών.Θα της χαλούσα εγώ χατήρι της Μαρίκας?
"ναι γιαγιάκα μου".......μεγάλωσα....
Μα πιο πολύ,μα πιο πολύ λατρεύω τους καυγάδες που στήνει με την γειτόνισσα της την Χάιδω.Η Χάιδω είναι σκληρή με τα ζώα όπως και με τους ανθρώπους.
Παραδίπλα της μένει ο κυρ-Σωτήρης(πρόσφυγες όλοι) που κάνει μεταφορές με το άλογο ζεμένο στο κάρο και έχει και το λαντώ για λίγες δεκάρες παραπάνω..Φτωχοί άνθρωποι,πολύ φτωχοί.Αλλά με καλή καρδιά.Οταν η Χάιδω φώναξε τους χωροφύλακες γιατί ο αυτοσχέδιος σταύλος του αλόγου και των δύο γελαδιών ήταν δίπλα στον φράχτη της, και την ενοχλούσε η μυρωδιά από την καβαλίνα(είχε και τα κονέ της η Χάιδω),υπολόγιζε χωρίς την Μαρίκα.Η Αναστασία του κυρ-Σωτήρη ήρθε στην Μαρίκα κλαίγοντας για να της πει τα κακά μαντάτα.(την θυμάμαι σαν τώρα,συγχωρέθηκε πια)
-Να το γκρεμίσουμε είπαν οι χωροφυλάκοι κυρά-Μαρίκα ή να το χτίσουμε κανονικά.Που να βρούμε τα λεφτά για πλινθιά?Που θα απαγκιάσουν τα ζωντανά τα βράδια?
Μπουρλότο έγινε η Μαρίκα γιατί είχε και προηγούμενα με την Χάιδω που κυνηγούσε τα άμοιρα ζώα που έμπαιναν στην αυλή της με το αντί του αργαλειού.
-Ξερει ο άντρας σου να χτίζει Αναστασία?
-Νομίζω πως κάτι ξέρει
-Πάτε να αγοράσετε πλινθιές απο τον Αποστόλη και θα του πείς να μου τα χρεώσει στο ενοίκιο του μαγαζιού.Θα τα βρούμε εμείς μετά.
Ο σταύλος μερεμετίστηκε και χτίστηκε μεγαλύτερος από την μια πλευρά,αλλά η Μαρίκα τρωγόταν ακόμα με τα ρούχα της.Μονολογούσε και ξεφυσούσε απο το πρωί ίσαμε το βράδυ που άναβε την καντήλα και έλεγε"ήμαρτον Θεέ μου αλλά θα την πνίξω κάποια μέρα την συμφοριασμένη"

Ο Ανδρέας ήταν αυτοσχέδιος διορισμένος "κτηνίατρος"και"νοσοκόμος".Κολλητάρι της Μαρίκας κάνανε μαζί τα γιατροσόφια για κότες,πρόβατα,σκυλιά,γατιά και κάθε ζωντανό που έχρηζε ανάγκης.Οταν η Χάιδω φώναξε τον Ανδρέα για να ψεκάσει το κοτέτσι της και να δεί ποιές κατσίκες γκαστρώθηκαν,ο Ανδρέας της το έριχνε στο"αύριο,μεθαύριο".Οταν τελικά πήγε μετά από τις ικεσίες της Χάιδως ο"κτηνίατρος"της έβαλε όρους.
Θα αφήσεις ήσυχο τον κυρ-Σωτήρη,δεν θα ακούσω ξανά πως κυνηγάς τα ζώα με το αντί,και δεν θα σκοτώνεις τις γάτες της κυρά- Μαρίκας,αλλιώς να βρείς άλλον"κτηνίατρο"
Σιγά και να μην εύρησκε άλλον.Αφού ο μοναδικός ήταν σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων.

Το κεφαλοχώρι είχε ένα συνονθύλευμα εθνικοτήτων να το κατοικεί.Οι ντόπιοι ήταν σλαβόφωνοι ρουμανόβλαχοι.Κάποιοι άλλοι είχαν κατεβεί απο τα ελληνικά χωριά της Βουλγαρίας,οι πρόσφυγες ήταν οι μόνοι που μιλούσαν τα ελληνικά.Οχι πως οι άλλοι δεν τα ήξεραν,απλά βολεύονταν με τις διαλέκτους τους.Οπως βολεύονταν με τις μακριές φουστάνες που ντύνονταν οι γυναίκες(άκουσα τότε πως δεν φορούσαν βρακιά,γιατί-λένε- δεν προλάβαιναν να τα κατεβάσουν για τις"ανάγκες του σώματος" καθώς μπερδεύονταν στους πήχεις του υφάσματος).
Και αποκομένος απο τρεις δρόμους,στην άκρη του χωριού έσφυζε απο ζωή,γάμους,ξυπόλυτα κουτσούβελα,χαρές και μουσικές ο γυφτομαχαλάς.Με σκουπισμένη και καταβρεγμένη πάντα την μικρή τους χωμάτινη πλατεία στήναν χορούς και γλέντια τις Κυριακές οι κάτοικοι του.Κι όταν περνούσε η παραζάλη,αργά καθώς η νύχτα έπεφτε και μαζεύονταν στις πλίνθινες καλύβες τους,έπιανε ο κυρ-Μήτσος ο ζουρνατζής το κλαρίνο ξανά και το λαλούσε για την πάρτη του,με εκείνες τις σιγανές,μελένιες τρεμουλιάρικες νότες,μέχρι να τις ενώσει με την φωνή της κόρης του της Φρειδερίκης,σ΄ενα πικρό κρεσέντο γεμάτο παράπονο και καυμό για τα βάσανα του κατατρεγμένου του λαού.
Γέμιζε την νύχτα με οράματα και φαντάσματα ανθρώπων χωρίς πατρίδα,χωρίς σπίτι,χωρίς γη να σέρνουν τα βήματα τους στις ατέρμονες στράτες ενός σκληρού και απάνθρωπου κόσμου.
Η Μαρίκα σταματούσε να πλέκει κι έκλεινε τα μάτια σαν άρχιζε το κλαρίνο.Μια ρυτίδα γινόταν βαθύτερη στο μέτωπο της και οι άκρες των χειλιών της έσφιγγαν σε μια πονεμένη σύσπαση.
-Αδικη η κατανομή σου Κύριε,άδικη....
Αυτό μονολογούσε παντα.

Συνεχίζεται....