seduzione contro il vento tra 20 anni fa
Έδεσα το πολύχρωμο παρεό γύρω στην μέση μου και ροβόλησα κατά παραλία πλευρά για να πάρω τον πρωινό καφέ μου με την Αντα.
Πρωί ήταν, γύρω στις 9, σαν την βρήκα να σκοτώνεται με τον Πασχάλη.
-Βρε μαλακισμένο, τώρα γύρισες από την Θεσ/νίκη?
Πότε θα στήσουμε τις σούβλες? Ουτε τα κατσίκια έφερες ανόητο πλάσμα. Αναρωτιέμαι από τι είδους γιαούρτι είναι φτιαγμενο το μυαλό σου.
-Αντα, τα κανόνισα όλα, σταμάτα να φωνάζεις γιατί έχω φοβερό πονοκέφαλο.
Η Αντα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και του την "είπε": Πασκάλ anima mia, υποψιάζομαι πως η κουμπάρα και φίλη μου Σον. σε αποπλάνησε!(δεν ξέφευγε τίποτα απο το τρίτο μάτι της Αντας )Ο Πασκαλ έφτυσε και τα κουκούτσια μαζί με τον ιδρώτα.
-Μην τα χάνεις! Στο ύψος σου κρατήσου γιέ μου.(είπε εκείνη)
Ειδα τα 24 ετών μάγουλα του Πασκαλ να γίνονται σαν την παπαρούνα κι είδα την Αντα να γυρίζει αλλού το βλέμμα της για να μην γελάσει και θίξει αυτό το γλυκό αγόρι.
Η Αντα είχε ένα τρελλιάρικο μαγαζί, χύμα στο κύμα!Ο Πασχάλης ήταν ένα άτομο που η Αντα το "μαζεψε" στα 15 του όταν δεν είχε στον ήλιο μοίρα.Τον αγαπούσε σαν παιδί της αλλά τον μάλωνε συνέχεια και σε άγριους τόνους, κι όταν της έλεγα πως δεν του συμπεριφέρεται σωστά, θόλωνε η σκοτεινή-μόνιμα-ματιά της και μου έλεγε:"δεν ξέρεις εσύ ακόμα, δεν έγινες ΜΑΝΑ. Λες κι εκείνη ήξερε...
Ο Πασκαλ γύρισε με τα 2 ψόφια, γδαρμένα κατσίκια παραμάσχαλα.
-Που είναι? με ρώτησε.
-Καπου εδώ γυρνάει, αλλά βρε καλό μου τι έγινε τελικά και τα πήρε στο κρανίο η "μητριά σου"
-Ασε ρε Παν, μ'έστειλε χθες με την Σον στην πόλη να της αγοράσω τα καινούρια Hits.
Ελα εδώ στην άμμο, να στήσω τις σούβλες, θα σου φέρω κάθισμα και θα σου τα πω.
-Ασε,θα φέρω εγώ.
Εβαλα την ξαπλώστρα δίπλα στις σούβλες του Πασκαλ, έλυσα και το παρεό για να μαυρίσω στον Μαγιατικο ήλιο και του είπα: τράβα και φέρε καμιά μπύρα και λέγε εδώ και τώρα τι τρέχει γιατί μεσημεριάσαμε πια..
Η ώρα είχε πάει12 και η Αντα ήταν άφαντη.
Το beach πάρτι της Πρωτομαγιάς που οργάνωσε η Αντα θα άρχιζε στις 5 το απόγευμα.
Ο Πασκαλ εφερε τις μπύρες και βάλθηκε να σουβλίσει τα κατσίκια.
-Τα'φτυσα ρε Παν.Δεν ξέρω τι μου γίνεται .
Χθες το βράδυ θα έφευγε η Σον και με "διέταξε" η Αντα να πάω μαζί της για να τελειώσω τις δουλειές της. Μου έδωσε και τα κλειδιά για να κοιμηθώ στο σπίτι της. Μόνο που εγώ την Σον την είχα εδώ και καιρό κρυφό καημό. Ασχετα αν είναι πιο μεγάλη από μένα.
Οταν σε αυτά τα 124 km (εγώ τα μέτρησα αυτά)κατάφερα και της έπιασα το χέρι, καθώς της άλλαζα κασέτες στην διαδρομή, ξέχασα και την Αντα ξέχασα και τις δουλειές που μου είπε να κάνω.
-Κοιμήθηκα με την Σον όλο το βράδυ βρε Παν.
-Κι ήταν υπέροχα!
-Και θέλω να ξαναγίνει!
Ο Πασκάλ ήταν πια εκτός τόπου και χρόνου.
Βολόδερνε στην αγκαλιά της Σον
-Μια ερώτηση να σου κάνω Πασκάλ?
-Λεγε ρε Παν αρκεί να μπορώ να σου απαντήσω
-Ποιός ποιόν?
-Εκείνη Παν! Αν δεν έκανε εκείνη την αρχή δεν θα ούρλιαζε η Αντα τώρα,που δεν τελείωσα τις δουλειές της.
-Με λίγα λόγια σε αποπλάνησε η Σον?
-Οχι!!! μου έδειξε τον δρόμο,και την ευγνωμονώ γι αυτό.
Εριξε το οινόπνευμα στα κάρβουνα της σούβλας και κόντεψε να πάρουμε όλοι φωτιά.
Κι εκεί επάνω στο καλύτερο εμφανίστηκε η Αντα βρυχόμενη σαν την Ερινύα.
Την ξέρω χρόνια την Αντα.
Ξέρω την τρέλλα που την δέρνει.
-Κατσε στην άκρη είπα του μικρού, αναλαμβάνω εγώ.
-Βρε μαλακισμένο, να ουρλιάξω ή να σε κουτουπώσω τώρα βρε άχρηστο πλάσμα?
-Αντα, σταμάτα να τσιροκοπάς και λέγε τι τρέχει.
-Τι τρέχει? ρωτας τι τρέχει ρε Παν? Αει μη σε πω καμιά βαρεια κουβέντα κι εσένα
-Πες και να την πάρει το ποτάμι.
-Έλα μέσα και πάρε μαζί σου κι αυτόν τον άχρηστο.
-Έλα,"άχρηστε" πάμε
Ηρθε κι έπιασε το μπράτσο μου.
-Μη μασάς ρε! Πάρε της πια τον αέρα.
Και πήγαμε μέσα
Έβγαλε το πακέτο με τα Άλμπουμ,
Καθαρό μαύρο,ατόφιο γυαλιστερό βινύλιο.
Άστραψε στην ανταύγεια του μεσημεριάτικου ήλιου.
Το εξώφυλλο ήταν λίγο περίεργο.
-Βρε άχρηστε, έτσι σπαταλάς τα λεφτά μου?
-Όχι αφεντικό, είναι από αυτά που ακούγονται
-Ασε τα σάπια, και μη με λες αφεντικό γιατί θα σου το φέρω στο κεφάλι.
-Θα σου αρέσει αφεντικό...για σένα το πήρα...
-Αντα με λένε, όχι αφεντικό...
-Πάρτον έξω Παν γιατί θα τον πνίξω...
Τον πήρα και ξαναβγήκαμε στην αμμουδιά.
-Τι της έκανα ρε Παν?
Τίποτα, αγόρι μου, ψάχνει να βρει τον δρόμο της, και ίσως και τον χρόνο της...
Τον βοήθησα με την φωτιά και τα κάρβουνα...
Σαν ξαναμπήκα μέσα για πάρω μια μπύρα την βρήκα να κάθεται πάνω σε μια ντάνα από άδειες πλαστικές κάσες κοκα-κολα. Φορούσε ακουστικά κι ονειρευόταν με κλειστά μάτια.
Είδα το βινύλιο να γυρνάει στο πικ-απ και μ'έφαγε η περιέργεια στο να δω τι άκουγε.
Έσκυψα πάνω από τον πάγκο και είδα το αστείο εξώφυλλο, την αιτία του καυγά με τον Πασχάλη....
...Οταν το πρωτομαγιάτικο πάρτι της έφτασε στο φόρτε του, πολύ αργά μέσα στη νύχτα πήγα και κάθησα πάνω στις άδειες πλαστικές κάσες.
Εβαλα το βινύλιο να "χορέψει" και φόρεσα τα ακουστικά.
Μαγεύτηκα!!!!
Μια φωνή με έβγαλε από την μαγεία.
-Θα ήθελα...
-Να μην θέλετε τίποτα τώρα...
-Μα...
Του έδωσα τα ακουστικά και βγήκα έξω στην αμμουδιά...
Μεγάλο σπάσιμο ο τυπάς. Μου έκοψε την μαγεία στη μέση.
Ο Πασκάλ ήταν με την Σον. Τρισευτυχισμένος!
Η Αντα έδινε τα σώου της χορεύοντας κάτω από τους ήχους των scorpions!
Πήγα και κάθισα εκεί που σκάει το κύμα.
Το φεγγάρι γέμιζε, όταν ένα χέρι άγγιξε τον ώμο μου.
Ηξερα ποιός ήταν! Από ένστικτο...
-Του πολέμου? ρώτησε
-Ναι
-Και της φωτιάς?
-Ναι
-Εκει θα με βρεις!
Έφυγε,ενώ η Πρωτομαγιά είχε γίνει πια παρελθόν μέσα από την μέρα που ξημέρωνε αγκαλιά με ένα πορφυρό Ήλιο.
Ακόμα και τώρα αναρωτιέμαι ποιός αποπλάνησε ποιόν 16 μέρες μετά.
Ξημερώνοντας Τρίτη με Πανσέληνο το 1989.
Κι ο Μαης έτρεχε μέσα σε αρώματα χρώματα, όνειρα, οράματα και παροράματα...
Μόνο που εκείνο το ξημέρωμα...έβρεξε χαλάζι!!!
-Σημεία των καιρών,είπε εκείνη και αγκάλιασε την κουβέρτα
-Διαστροφες της φύσης ,της απάντησε και την αγκάλιασε...
Πάτησε το play στο φορητό κασετόφωνο.
-Πάλι αυτό?
-Πάντα αυτό!
Αυτό άκουσε η Αντα και σταμάτησε να μαλώνει τον Πασκαλ
Αυτό άκουσε η Παν και έφτασε στα "ορια" του πολέμου και της φωτιάς
Αυτό άκουσε ο Σ.Κ. και είπε "ο τολμών νικά"
-Κανένας μας δεν νίκησε...
-Δεν θα γράψω συνεχίζεται...
-Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον σας ολοκληρώσω την ιστορία
Προς το παρόν σας εύχομαι καλό μήνα αγάπες μου.....
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Μαΐου 02, 2009
Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009
Χρoνια νεφρική ανεπάρκεια ( CRF )
Βρίσκεστε στην ίδια απόγνωση που βρέθηκα πριν λίγα χρόνια και μου στέλνετε μειλ για να σας κατατοπίσω στην επάρατη νόσο των γατιών.
Διαβάζετε αυτό που πέρασα και κλαίτε μαζί μου γιατί ξέρετε ήδη πως θα ξανακλάψετε στο τέλος! Και πολύ μάλιστα .
Οπως εκλαψα κι εγω...
Οχι!!!!!
Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ελπίδες.
Αν το ζωντανό σας είναι μικρό ίσως να το ξεπεράσει και να τα καταφέρει με κάποια ειδική δίαιτα.
Αν πάλι είναι τυχερό ίσως να ζήσει και άλλα 10 χρόνια.
Το δικό μου δεν τα κατάφερε.
Η δίαιτα ήταν συκώτι κοτόπουλου, ρύζι και αυγό μετρημένα με ζυγαριά ακριβείας και αλάτι Καλίου και όχι Νατριου που έκανε 14Ε το μπουκαλάκι.
Κράτησα το μπουκαλάκι για να θυμάμαι ακόμα την αγαπημένη μου...
Η CRF δεν ΠΑΛΕΥΕΤΑΙ με τίποτα!
Αν θέλετε και μπορείτε να την προλάβετε εξ αρχής , μην ταΐσετε ποτέ με Φρισκις και Πουρίνα
Αποδείχτηκαν ακατάλληλα.
Σπιτικό φαγητό, και όχι κροκέτες ειδικά στα αρσενικά ζώα.
Ρογιαλ κανιν μονο σε κροκέτα και μια καλή κονσέρβα για συμπλήρωμα.
Δυστυχώς έπρεπε να την χάσω για να μάθω....
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_12.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_15.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_20.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_23.html
-Eχεις πραγματι γάτες?
-Και βέβαια! Ψέμματα νόμιζες πως σου έλεγα?
-Μα αυτός έχει 3 πόδια μόνο!
-Ναι, αλλά τρέχει σαν πάνθηρας.Γι αυτό τον φωνάζουμε Πουμα...
-Η άλλη που είναι?
-Η άλλη είναι μπλογκερου! κοιμάται στο κουτί και φυλάει τον σκληρό.
-Να την δώ?
-Ελα, κοιμάται όμως τώρα...
-Α...δεν το πιστεύω!Είναι μια εικόνα που δεν την ξαναείδα!
Δωσε μου μια φωτογραφία της να την βάλω στο μπλογκ μου και να βγάλω το μαύρο ιντερνετιακό γατι
-Οχι! Αυτό δεν γίνεται!Εμεις είμαστε ξένοι...
Δεν μοιράζομαι τις αγάπες μου...
-......
-......
-Που θα κοιμηθεί το Πούμα?
-Μαζί μου...
-Κι εγώ?
-Κι εσύ μαζί μου...

Αυτη είναι η μπλογκερού που μου απέμεινε ενθύμιο από την αγαπημένη μου που έφυγε από την
Chronic Renal Failure
Μην έχετε ελπίδες
Η crf δεν έχει γιατρειά...
Οπως και πολλά άλλα...
Βασίλη, καλέ μου παλιέ φίλε εσύ είσαι η αιτία που ξαναθυμήθηκα την CRF σήμερα, όταν με ρώτησες αν ζει η Λούλα ακόμα.
Οχι δεν ζει πια σου είπα...
Κι επιμένεις ξανά να θέλεις να με πας εκεί απέναντι από το χιονισμένο Κιλιμάντζαρο.
Αν πάρω όμως μια τέτοια απόφαση με τις γάτες μου θα έρθω και την αγαπημένη μου Μαριαλενα
Η Μαρία ξέρεις πως δεν θα ακολουθήσει...
Αλλωστε την γνωρίζεις από παιδάκι.
Ακόμα θυμόσαστε τα σκραμπλ που παίζατε!
Για τον αγαπημένο φίλο Γ. του αφιερώνω την φώτο της μπλογκερου γάτας.
Για τους υπόλοιπους θα πω πως αν σας προκύψει η CRF αν έχετε πολλή αγάπη και τρέλλα κάντε την μαλακία που έκανα!
Πάλεψα 5 μήνες για να γλυτώσω το ζωντανό, πλήρωσα κοντά στα 1000 ευρω και παραπάνω και το αποτέλεσμα ήταν να το ταλαιπωρώ γιατί δεν ήθελα να του κάνω ευθανασία......
Δική σας πια η απόφαση....
Διαβάζετε αυτό που πέρασα και κλαίτε μαζί μου γιατί ξέρετε ήδη πως θα ξανακλάψετε στο τέλος! Και πολύ μάλιστα .
Οπως εκλαψα κι εγω...
Οχι!!!!!
Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ελπίδες.
Αν το ζωντανό σας είναι μικρό ίσως να το ξεπεράσει και να τα καταφέρει με κάποια ειδική δίαιτα.
Αν πάλι είναι τυχερό ίσως να ζήσει και άλλα 10 χρόνια.
Το δικό μου δεν τα κατάφερε.
Η δίαιτα ήταν συκώτι κοτόπουλου, ρύζι και αυγό μετρημένα με ζυγαριά ακριβείας και αλάτι Καλίου και όχι Νατριου που έκανε 14Ε το μπουκαλάκι.
Κράτησα το μπουκαλάκι για να θυμάμαι ακόμα την αγαπημένη μου...
Η CRF δεν ΠΑΛΕΥΕΤΑΙ με τίποτα!
Αν θέλετε και μπορείτε να την προλάβετε εξ αρχής , μην ταΐσετε ποτέ με Φρισκις και Πουρίνα
Αποδείχτηκαν ακατάλληλα.
Σπιτικό φαγητό, και όχι κροκέτες ειδικά στα αρσενικά ζώα.
Ρογιαλ κανιν μονο σε κροκέτα και μια καλή κονσέρβα για συμπλήρωμα.
Δυστυχώς έπρεπε να την χάσω για να μάθω....
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_12.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_15.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_20.html
http://giotavita.blogspot.com/2007/02/blog-post_23.html
-Eχεις πραγματι γάτες?
-Και βέβαια! Ψέμματα νόμιζες πως σου έλεγα?
-Μα αυτός έχει 3 πόδια μόνο!
-Ναι, αλλά τρέχει σαν πάνθηρας.Γι αυτό τον φωνάζουμε Πουμα...
-Η άλλη που είναι?
-Η άλλη είναι μπλογκερου! κοιμάται στο κουτί και φυλάει τον σκληρό.
-Να την δώ?
-Ελα, κοιμάται όμως τώρα...
-Α...δεν το πιστεύω!Είναι μια εικόνα που δεν την ξαναείδα!
Δωσε μου μια φωτογραφία της να την βάλω στο μπλογκ μου και να βγάλω το μαύρο ιντερνετιακό γατι
-Οχι! Αυτό δεν γίνεται!Εμεις είμαστε ξένοι...
Δεν μοιράζομαι τις αγάπες μου...
-......
-......
-Που θα κοιμηθεί το Πούμα?
-Μαζί μου...
-Κι εγώ?
-Κι εσύ μαζί μου...

Αυτη είναι η μπλογκερού που μου απέμεινε ενθύμιο από την αγαπημένη μου που έφυγε από την
Chronic Renal Failure
Μην έχετε ελπίδες
Η crf δεν έχει γιατρειά...
Οπως και πολλά άλλα...
Βασίλη, καλέ μου παλιέ φίλε εσύ είσαι η αιτία που ξαναθυμήθηκα την CRF σήμερα, όταν με ρώτησες αν ζει η Λούλα ακόμα.
Οχι δεν ζει πια σου είπα...
Κι επιμένεις ξανά να θέλεις να με πας εκεί απέναντι από το χιονισμένο Κιλιμάντζαρο.
Αν πάρω όμως μια τέτοια απόφαση με τις γάτες μου θα έρθω και την αγαπημένη μου Μαριαλενα
Η Μαρία ξέρεις πως δεν θα ακολουθήσει...
Αλλωστε την γνωρίζεις από παιδάκι.
Ακόμα θυμόσαστε τα σκραμπλ που παίζατε!
Για τον αγαπημένο φίλο Γ. του αφιερώνω την φώτο της μπλογκερου γάτας.
Για τους υπόλοιπους θα πω πως αν σας προκύψει η CRF αν έχετε πολλή αγάπη και τρέλλα κάντε την μαλακία που έκανα!
Πάλεψα 5 μήνες για να γλυτώσω το ζωντανό, πλήρωσα κοντά στα 1000 ευρω και παραπάνω και το αποτέλεσμα ήταν να το ταλαιπωρώ γιατί δεν ήθελα να του κάνω ευθανασία......
Δική σας πια η απόφαση....
Τρίτη, Μαΐου 27, 2008
Αλήθειες και Ψέματα! 30/5/08 Το ψέμα!

Η Ραλούκα με προσκάλεσε για τις 3 αλήθειες και 1 ψέμα. Και μιας και "ο Μάρτης δεν λείπει απ' την Σαρακοστή", είπα και γω να σας γράψω για τις βλακείες μου -όχι πως σας νοιάζει φυσικά- αλλά κουβέντα να γίνεται!
Λοιπόν...
Περιμένω να μου πείτε σε ποιό απο τα 4 λέω ψέμματα!
1) Στα νιάτα μου, έχω φωτογραφηθεί κατά κόρον για εφημερίδες και περιοδικά!
Εκείνα τα τομάρια από μαύρους πάνθηρες, τσιντσιλά (και ό,τι γουνοφόρο ζώο βάζει ο νους σας) που με αγκάλιασαν τότε, με κατάντησαν μετέπειτα μια καλή, φιλόζωη νοικοκυρά!
2) Έκανα κόντρες με μηχανόβιους για στοιχήματα!
Καλή και φιλόζωη νοικοκυρά μπορεί να έγινα, αλλά η αδυναμία για τις χιλιάρες μηχανές παρέμεινε ειδικά όταν διαπίστωσα ότι παίζει και χρήμα στη μέση...
3) Πέρασα τρία εξάμηνα της ζωής μου, στην Αφρική με τους γιατρούς του κόσμου!
Εκτός από φιλόζωη που έγινα, ήμουν και φιλάνθρωπη. Οι λιγοστές γνώσεις ιατρικής που απέκτησα στο πανεπιστήμιο-το οποίο παράτησα λόγω γάμου, με βοήθησαν να "ζήσω" ένα από τα πιο συγκλονιστικά κομμάτια της ζωής μου...(εκεί όμως δεν έπαιζε το χρήμα στη μέση)
4) Σε ένα από τα ταξίδια μου, είδα ένα Ανακόντα να τρώει ένα μεγαλόσωμο ζώο!
Μη με ρωτήσετε τί ζώο ήταν, είχε καταπιεί ήδη το μισό και δεν γνωρίζω τα είδη των τροπικών χωρών. Αλλά φαινόταν να 'ναι κάτι μεταξύ γουρουνιού και κατσικιού.
Άντε λοιπόν να δω πόσο καλοί φυσιογνωμιστές είστε!...ή πόσο καλή ψεύτρα είμαι εγώ!
Η απάντηση σε 4-5 μέρες...
Να ζητήσω και εγώ από τα γνωστά και άγνωστα κορίτσια μου, αν θέλουν, να ακολουθήσουν τα Αληθοψέματα:
Μαριαλένα (μα που μου χάθηκες εσύ?)
Μερένια (άντε να πούμε και κανα ψέμα)
Ρουλιώ (για πες, για πες...)
Μαρινούλι (αν δεν έπαιξες και θές, έδω είμαστε)
Ξημερώνοντας 30 του Μάη.
Αγαπημένες μου, είμαι τελικά πολύ καλή ψεύτρα???
Ξυπόλυτη: Δεν προλάβαμε να πούμε πολλά...
Αστρια: Με αμφιβολία το 1, ε???
Φαραόνα: Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε, πάλι δεν νομίζω να μας φτάσει ο χρόνος για εξομολογήσεις...
Ραλού: Τα έψαξες πονηρή γατούλα μου, αλλά αμφέβαλλες για τις αλήθειες...
Ντι-ντι: Αλλο τι θέλουμε και άλλο τι μας προκύπτει...
Ρουλιώ: Γατόνι, σαν την Ραλού κι εσύ ε???
Φωτεινούλα: Ολα έχουν κάποιες αξίες! Και στην προκειμένη το χρήμα ήταν για άλλους...
Μαριαλένα: Εσύ τα ξέρεις από πρώτο χέρι όλα!!!
Να λοιπόν ποιες είναι οι αλήθειες και το ψέμα.
1) Στα 19 μου, έτυχε να γνωρίσω κάποια άτομα στο εξωτερικό που με έμπασαν σε αυτή την "δουλειά". Δεν θα αναφέρω ονόματα, πάνε τόσα πολλά χρόνια πια! Σίγουρα αν ζούνε τώρα θα αναθυμούνται τις αναμνήσεις τους μόνο. Σιγά, σιγά με κουβάλησαν για τις δουλειές τους και στην πατρίδα μου.
Για μια έφηβη φοιτήτρια όμως, που έκοβε το τσιγάρο στην μέση για να το κάνει 2, τα λεφτά ήταν πολλά!
Πράγματι δεν είμαι ματαιόδοξη Μερένια μου.
Δούλευα μόνο όταν "ξέμενα" από χαρτζιλίκι και για κάποιους καλούς φίλους και πολλές φορές δωρεάν (για κάποιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, που δεν θα σας πω υπό την αιγίδα ποιάς Πρώτης-τότε-Κυρίας- ήταν γιατί θα με κράξετε σίγουρα. Γι αυτό και δεν θέλησα να γίνω "αυτό" που ήθελαν αυτοί να γίνω...
(πρώτη αλήθεια)
2) Οταν γύρισα ξανά, αφού πρώτα γέννησα, στο θαλασσοχώρι γνώρισα έναν νεαρό που μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος. Από πλούσια οικογένεια της περιοχής γόνος, οι συνομήλικοι του τον φώναζαν "Πάπα", γιατί πάντα πλήρωνε για τους μη έχοντες. Αν ήμουν νεώτερη και όχι παντρεμένη θα τον ερωτευόμουν σίγουρα, ένας άγγελος ήταν και στην όψη και στην ψυχή. Με έβαλε στο τριπάκι των στοιχημάτων με ένα περίεργο τρόπο. Εκανε "αγώνες χρονομέτρησης" 10 γύρους γύρω από το οβάλ πάρκο της πλατείας, και μου πρόσθετε ωρολεπτά στους γύρους των στοιχημάτων ...επειδή ήμουν θηλυκό! Πολλά χιλιάρικα κερδήθηκαν τότε και πήγαν στους "μη έχοντες" από τους έχοντες! Μεγάλη φάτσα το αγόρι, και εκείνη την χιλιάρα Καβασάκι ακόμα την θυμάμαι να χαϊδεύω το ρεζερβουάρ της και να της λέω "πάμε" ...
Αυτό είναι το επαναστατικό μου παρελθόν Ραλού! (και μόνο αυτό?)
Αυτά ήταν τα στοιχήματα Φωτεινή! Για τους "μη έχοντες".
( δεύτερη αλήθεια)
Κι εδώ είναι το ψέμα!!!!
Ημουν συνδρομήτρια και φίλη με αρκετά ενεργά μέλη των γιατρών του κόσμου (ειδικά με την καλή μου Λένια).
Οσες φορές μου πρότεινε να πάω στις "αποστολές" μαζί της όλο και κάτι τύχαινε και "ο άρτος ημών ο επιούσιος" τα έφερνε ανάποδα.
Οχι Ντιντι μου δεν πήγα!
Οχι φίλες μου δεν πήγα ποτέ!
Αλλά που ξέρεις Ξυπόλυτη? Ουδείς γνωρίζει το τι μέλλει γενέσθαι...
Επισκέφτηκα την Βόρεια μόνο Αφρική...αλλά όχι με τους γιατρούς του κόσμου.
Και όχι σαν τουρίστρια...
Αλλη δουλειά αυτή! Μια από τις τόσες που έκανα...Ωχχχχ
4) Ναι Ραλού, στην Νότια Αμερική ζει η Ανακόντα, όπου δεν έχω πάει ποτέ. Αλλά το είδα στην Γερμανία στο Senckenbergermuseum τον περασμένο Φλεβαρη.
Οχι στο Νασιοναλ Τζεογκράφικ. Πεθαμένο μεν, αλλά σαν ζωντανό, μέσα σε ένα γυάλινο δωμάτιο (έγραφε πως τη βρήκαν αφού έπαθε ασφυξία -η λαίμαργη - από το θήραμα της).
(η τελευταία αλήθεια)
Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008
Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου
H Μπελλα και ο Τιγρης (3)
... Άνοιξα την πόρτα μισοκοιμισμένη.
- Τί να πάμε να βρούμε ρε Τασούλα πρωινιάτικα? Τί φταίω και με ξυπνάς απ' τ' άγρια χαράματα?...Άντε κάνε τον καφέ μας να με πεις τί συμβαίνει πάλι.
Μέχρι να ντυθώ, είχε ετοιμάσει τον καφέ και η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
- Από προχθές το βράδυ ακούω νιαουρίσματα κλαματερά. Δεν έδωσα σημασία. Ψες όμως όλο το βράδ' δεν μ' άφησαν να κοιμηθώ τα σκασμένα!
- Και γω γιατί δεν άκουσα τίποτα?
- Γιατί είναι απ' την πίσω πλευρά μαρ' χαζή, απ' την δικη μ' κάμαρα!
- Ε ίσως να 'ναι από καμιά γάτα των γειτόνων που γέννησε.
- Α, άκου να σε πω...μπορεί να ξερς παραπάν' γράμματα από μένα, αλλά 'γω και στ' Αυστραλία που μεγάλωσα τσομπάνς ήταν ο μπαμπάς μ' και σκυλούδια και γατούδια είχαμε και ξέρω πότε κλαίει το ζώο δίχως τη μάνα τ' .
Μου έριξε και το σχετικό σεμινάριο περί του θέματος και ξεφύσηξε:
-Ουφ! Άντε πάμε τώρα να δούμε τί γίνεται.
Βγήκαμε από την αυλή στον χωματόδρομο για την παραλία. Η υγρασία περόνιαζε τα κοκκαλάκια μας κι ένας συφοριασμένος ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα μαύρα σύννεφα. Η βροχή ήταν έτοιμη να μας πνίξει πάλι. Στήσαμε αυτί αλλά εκτός από κάτι μπουμπουνητά, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν.
Το σπίτι απείχε από τη θάλασσα γύρω στα 150-200 βήματα. Αποξεχασμένες από τη συζήτηση, αργήσαμε να καταλάβουμε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Αλληλοκοιταχτήκαμε βουβές σαν είδαμε τι ήταν...
- Πάμε να φύγουμε...μη κοιτάς!
- Θέλω να κάνω εμετό, ανακατεύομαι!
- Κρατήσου, πάμε σπίτι...
Μ' έπιασε αγκαζέ και με γύρισε με βία στο δρομάκι.
Μια μακρινή βροντή ακούστηκε και οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω προς την αμμουδιά.
- Μην κοιτάς, είπε και μ' άρπαξε απ' το μαλλί. Το παιδί στην κοιλιά θα πάρει την εικόνα του θανάτου!
Έτσι πίστευε η Τασούλα, έτσι την έμαθαν. Το τότε παιδί στην κοιλιά δεν έχει καμιά ανάμνηση από την εικόνα του θανάτου, εγώ όμως ακόμα την έχω ζωντανή στο μυαλό μου, 25 χρόνια μετά.
Ένας καμβάς η άμμος, κεντημένος από νεκρές και σπαρταρίζουσες μαύρες φτερούγες, απλωμένες πάνω σε άσπρες κοιλίτσες. Η παραλία όλη ήταν στρωμένη με νεκρά χελιδόνια, που τα εξόντωσε η άνοιξη ενώ πολεμούσε ακόμα με τον σκληρό χειμώνα...
...Άνοιξε την πόρτα και με κάθισε στον καναπέ. Όταν μου φερε την πετσέτα να σκουπιστώ, την κοίταξα. Τα μαλλιά της είχαν σγουρίνει περισσότερο με την βροχή. Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά και σταγόνες έλαμπαν στα κόκκινα από το κρύο μάγουλά της. Δεν ήταν βρόχινες...Η Τασούλα είχε δακρύσει.
Με πήρε μαζί της επάνω στο σπίτι της, μαγείρεψε και παίξαμε με τα δύο αγοράκια της, που τα φερε η πεθερά της, το ένα απ' το νηπιαγωγείο και το άλλο απ' το σπίτι της. Ο Δ. έλειπε πάλι για δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Ο άντρας της ήταν εργολάβος και δούλευε ως αργά το βράδυ.
Κατά το απόγευμα η βροχή σταμάτησε. Έβλεπα τηλεόραση και έπαιζα με το μικρό, σαν ορμάει η Τασούλα στο σαλόνι και λέει.
- Έλα, έλα ν' ακούσεις απ' την κάμαρη μου.
Πήγα και άκουσα τελικά. Φωνούλες, φωνούλες σπαραχτικές και απεγνωσμένες.
- Πάμε, της λέω, θα τα βρούμε.
Έβαλε τη φωνή στην πεθερά ν' ανέβει να προσέχει τ' αγόρια και βγήκαμε πάλι στο δρομάκι.
- Τασούλα δεν αντέχω να πάω στην παραλία πάλι.
- Όχι, όχι δεν θα πάμε. Άλλωστε δεν μπορεί να 'ναι κει. Απ' εδώ δεξιά ακούγονται.
Πράγματι από εκεί ακούγονταν.
Ένα σπίτι χτίζονταν εκεί. Τα θεμέλια είχαν σκαφτεί και τα πέλματα ήταν ακόμα καλουπωμένα.
Ένα αχνό νιαουρητό ακούστηκε.
- Εδώ είν' Γιώτα. Σίγουρα εδώ.
Πήγαμε στο χείλος του σκάματος -δυο-τρία μέτρα βαθύ ήταν περίπου- αλλά τίποτα δεν φαινόταν.
- Θα κατέβω να δω.
- Πως θα κατέβεις ρε Τασούλα, θα σπάσεις κανα πόδι.
- Περίμενε! Κατέβασα ιδέα!
Σε χρόνο μηδέν, πήγε κι έφερε την σκάλα από το σπίτι.
Κατέβηκε η τρελέγκω και...τα βρήκε.
Τρία ήταν, πεταμένα σε μια χάρτινη σακούλα που έγραφε "Τσιμέντα Τιτάν". Μου τα έδωσε με το χαρτί-σάβανο, ανέβηκε, πήρε παραμάσχαλα την σκάλα και κινήσαμε οι δύο γραφικές του χωριού για το σπίτι.
- Που θα τα βάλουμε Τασούλα? Έχουμε και τα σκυλιά στο μπαλκόνι.
- Το σκέφτηκα ήδη, άσε.
Πίσω ακριβώς από το σπίτι ήταν η αυλή της πεθεράς της. Το παράθυρο της μίας μου κάμαρας έβλεπε εκεί. Δυο καμαράκια και μια κουζινούλα ήταν όλο της το βιος. Γερασμένη πρόωρα από τις δουλειές στον κάμπο και τα λιόδεντρα η κυρά-Κατίνα, αλλά με μια νεανική φλόγα στα μάτια, αφού η χρυσή καρδιά της ήταν γεμάτη αγάπη και καλωσύνη. Σαν μας πήρε είδηση, πως κάτι μαστορεύουμε στην αυλή με τη νύφη της, βούτηξε τ΄αγόρια και ήρθε. Μας βρήκε κουτιά και πανιά για στρώσιμο και τα γατιά βρήκαν "σπίτι" στην καλυβούλα για τις κατσίκες, παρέα με τη μαμά-κατσίκα και τον κυρ-Τράγο.
Δυο παρδαλά ήταν κι ένας τιγρέ χρώματος, που βαφτίστηκε στο λεπτό "Τίγρης". Τα μάτια τους ήταν κλειστά από το πύο και η πανλευκοπενία τα τραβούσε προς τον παράδεισο των γάτων.
Πολλές κουρτίνες ανοιγόκλεισαν από τ' απέναντι σπίτια.
- Μας κοιτάνε Τασούλα, αναρωτιούνται τί κάνουμε.
- Άστους μωρέ...θα μας συνηθίσουν.
Και πραγματικά, αν όχι όλο, το περισσότερο χωριό "συνήθισε" και άλλαξε συμπεριφορά ως προς τα ζώα.
- Γιώτα τούτα ούτε περπατάν, ούτε να φαν μπορούν, θα πεθάνουν! Πως θα τα ταΐσουμε?
- Με μπιμπερό, όπως ταΐζαμε τα ζώα που ψοφούσαν οι μανάδες τους, είπε η πεθερά της.
- Ακριβώς κυρα-Κατίνα. Μόνο που εδώ θέλει σταγονόμετρο!
Δεν θυμάμαι ποια απ' τις τρεις βρήκε ένα ξεχασμένο μπουκαλάκι με σταγονόμετρο. Το γάλα βράστηκε στα γρήγορα και με πολύ υπομονή, καταφέραμε να γεμίσουμε λίγο τις τρεις άδειες κοιλίτσες. Ένα βαμβάκι με κολλύριο καθάρισε το πύο από τα μάτια και τα αφήσαμε να ησυχάσουν.
- Κυρα-Κατίνα δεν θα τα πειράξουν οι κατσίκες?
- Όχι κόρη μ', άκακες είναι.
Στήσαμε λίγο καραούλι με την Τασούλα αλλά τα ζώα ξάπλωναν ήδη δίπλα στο κουτί.
Την άλλη μέρα το πρωί, ανέβηκα εγώ στην Τασούλα για καφέ και τηλεφώνησα στον κτηνίατρό μας τον Βασίλη.
- Καλημέρα Βασίλη.
- Καλημέρα, αλλά δεν φαντάζομαι να με είδες στον ύπνο σου και με θυμήθηκες πρωί-πρωί! Τι θέλεις πάλι?
Του είπα εν ολίγοις τα καθέκαστα και άρχισε πάλι τις φωνές...
- Βρε μυαλό δεν θα βάλεις εσύ? Έχεις που έχεις το πρόβλημα, ν' αρπάξεις και κανα τοξόπλασμα και παιδί να μην κάνεις ποτέ!
Το πρόβλημα ήταν πως στον τρίτο μήνα, ο εγκέφαλός μου, άρχισε να κάνει ό,τι του κάπνιζε... Θεώρησε το έμβρυο "ξένο σώμα". Παράσιτο? Δεν ξέω πως την είδε και δημιούργησε μια στρατιά λευκών αιμοσφαιρίων με σκοπό την αποβολή του. Τελικά, αφού μπουκώθηκα στις ορμόνες εώς τον ένατο, γέννησα και γω η καψερή!
- Τώρα ότι έγινε, έγινε! Σταμάτα να φωνάζεις και λέγε τί κάνω.
- Καλά κάνει και σε μαλών', φώναξε η Τασούλα από την κουζίνα. Αλλά φταίω και γω που σε σπρώχνω στις παλαβομάρες σου!
- Θα πάρεις Ospen για παιδιά και αν καταφέρεις να βρεις τη δόση και δεν τα δηλητηριάσεις τα ξαναλέμε!
Στείλαμε ένα γειτονόπουλο στο μεγάλο χωριό και μας έφερε το αντιβιωτικό.
(Βασίλη τον λέγανε και αυτόν και περνάει ακόμα κατά καιρούς να με δει, αλλά ακόμα δεν του συγχώρησα που πάτησε με το φορτηγό του μπαμπά του λίγο καιρό μετά, το ένα από τα γατιά).
Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήρθε ο Βασίλης με την οικογένειά του και την ιατρική του τσάντα για να μας επισκεφτούν. Παρά την αντιβίωση, τα γατιά ήταν δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Τους έκανε από μια γερή δόση κορτιζόνης και εφάπαξ αντιβίωσης και την επομένη μου πήρε αίμα για εξέταση τοξοπλάσματος...Είχα και απ' αυτό τελικά, αλλά σε αδρανή μορφή μιας και το είχα κολλήσει πρίν την εγκυμοσύνη. Ίσως όμως να ήταν και αυτό ένας λόγος για την δύσκολη κύηση που είχα.
Κανα δυο μέρες μετά, ένα απ' τα γατάκια δεν τα κατάφερε να επιζήσει. Σαν έγιναν καλά τα άλλα δύο, άρχισαν να βγαίνουν στον χωματόδρομο. Στο ένα ήταν δήμιος ο Βασιλής και στο άλλο ήταν σωτήρας η Μπέλλα που το βούτηξε από τη μέση του δρόμου και το φερε στο μπαλκόνι. Τα σκυλιά είχαν δοθεί, αλλά η Μπέλλα είχε ακόμα γάλα και μητρική στοργή.
Οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους...


...Συνεχίζεται
... Άνοιξα την πόρτα μισοκοιμισμένη.
- Τί να πάμε να βρούμε ρε Τασούλα πρωινιάτικα? Τί φταίω και με ξυπνάς απ' τ' άγρια χαράματα?...Άντε κάνε τον καφέ μας να με πεις τί συμβαίνει πάλι.
Μέχρι να ντυθώ, είχε ετοιμάσει τον καφέ και η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
- Από προχθές το βράδυ ακούω νιαουρίσματα κλαματερά. Δεν έδωσα σημασία. Ψες όμως όλο το βράδ' δεν μ' άφησαν να κοιμηθώ τα σκασμένα!
- Και γω γιατί δεν άκουσα τίποτα?
- Γιατί είναι απ' την πίσω πλευρά μαρ' χαζή, απ' την δικη μ' κάμαρα!
- Ε ίσως να 'ναι από καμιά γάτα των γειτόνων που γέννησε.
- Α, άκου να σε πω...μπορεί να ξερς παραπάν' γράμματα από μένα, αλλά 'γω και στ' Αυστραλία που μεγάλωσα τσομπάνς ήταν ο μπαμπάς μ' και σκυλούδια και γατούδια είχαμε και ξέρω πότε κλαίει το ζώο δίχως τη μάνα τ' .
Μου έριξε και το σχετικό σεμινάριο περί του θέματος και ξεφύσηξε:
-Ουφ! Άντε πάμε τώρα να δούμε τί γίνεται.
Βγήκαμε από την αυλή στον χωματόδρομο για την παραλία. Η υγρασία περόνιαζε τα κοκκαλάκια μας κι ένας συφοριασμένος ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα μαύρα σύννεφα. Η βροχή ήταν έτοιμη να μας πνίξει πάλι. Στήσαμε αυτί αλλά εκτός από κάτι μπουμπουνητά, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν.
Το σπίτι απείχε από τη θάλασσα γύρω στα 150-200 βήματα. Αποξεχασμένες από τη συζήτηση, αργήσαμε να καταλάβουμε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Αλληλοκοιταχτήκαμε βουβές σαν είδαμε τι ήταν...
- Πάμε να φύγουμε...μη κοιτάς!
- Θέλω να κάνω εμετό, ανακατεύομαι!
- Κρατήσου, πάμε σπίτι...
Μ' έπιασε αγκαζέ και με γύρισε με βία στο δρομάκι.
Μια μακρινή βροντή ακούστηκε και οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω προς την αμμουδιά.
- Μην κοιτάς, είπε και μ' άρπαξε απ' το μαλλί. Το παιδί στην κοιλιά θα πάρει την εικόνα του θανάτου!
Έτσι πίστευε η Τασούλα, έτσι την έμαθαν. Το τότε παιδί στην κοιλιά δεν έχει καμιά ανάμνηση από την εικόνα του θανάτου, εγώ όμως ακόμα την έχω ζωντανή στο μυαλό μου, 25 χρόνια μετά.
Ένας καμβάς η άμμος, κεντημένος από νεκρές και σπαρταρίζουσες μαύρες φτερούγες, απλωμένες πάνω σε άσπρες κοιλίτσες. Η παραλία όλη ήταν στρωμένη με νεκρά χελιδόνια, που τα εξόντωσε η άνοιξη ενώ πολεμούσε ακόμα με τον σκληρό χειμώνα...
...Άνοιξε την πόρτα και με κάθισε στον καναπέ. Όταν μου φερε την πετσέτα να σκουπιστώ, την κοίταξα. Τα μαλλιά της είχαν σγουρίνει περισσότερο με την βροχή. Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά και σταγόνες έλαμπαν στα κόκκινα από το κρύο μάγουλά της. Δεν ήταν βρόχινες...Η Τασούλα είχε δακρύσει.
Με πήρε μαζί της επάνω στο σπίτι της, μαγείρεψε και παίξαμε με τα δύο αγοράκια της, που τα φερε η πεθερά της, το ένα απ' το νηπιαγωγείο και το άλλο απ' το σπίτι της. Ο Δ. έλειπε πάλι για δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Ο άντρας της ήταν εργολάβος και δούλευε ως αργά το βράδυ.
Κατά το απόγευμα η βροχή σταμάτησε. Έβλεπα τηλεόραση και έπαιζα με το μικρό, σαν ορμάει η Τασούλα στο σαλόνι και λέει.
- Έλα, έλα ν' ακούσεις απ' την κάμαρη μου.
Πήγα και άκουσα τελικά. Φωνούλες, φωνούλες σπαραχτικές και απεγνωσμένες.
- Πάμε, της λέω, θα τα βρούμε.
Έβαλε τη φωνή στην πεθερά ν' ανέβει να προσέχει τ' αγόρια και βγήκαμε πάλι στο δρομάκι.
- Τασούλα δεν αντέχω να πάω στην παραλία πάλι.
- Όχι, όχι δεν θα πάμε. Άλλωστε δεν μπορεί να 'ναι κει. Απ' εδώ δεξιά ακούγονται.
Πράγματι από εκεί ακούγονταν.
Ένα σπίτι χτίζονταν εκεί. Τα θεμέλια είχαν σκαφτεί και τα πέλματα ήταν ακόμα καλουπωμένα.
Ένα αχνό νιαουρητό ακούστηκε.
- Εδώ είν' Γιώτα. Σίγουρα εδώ.
Πήγαμε στο χείλος του σκάματος -δυο-τρία μέτρα βαθύ ήταν περίπου- αλλά τίποτα δεν φαινόταν.
- Θα κατέβω να δω.
- Πως θα κατέβεις ρε Τασούλα, θα σπάσεις κανα πόδι.
- Περίμενε! Κατέβασα ιδέα!
Σε χρόνο μηδέν, πήγε κι έφερε την σκάλα από το σπίτι.
Κατέβηκε η τρελέγκω και...τα βρήκε.
Τρία ήταν, πεταμένα σε μια χάρτινη σακούλα που έγραφε "Τσιμέντα Τιτάν". Μου τα έδωσε με το χαρτί-σάβανο, ανέβηκε, πήρε παραμάσχαλα την σκάλα και κινήσαμε οι δύο γραφικές του χωριού για το σπίτι.
- Που θα τα βάλουμε Τασούλα? Έχουμε και τα σκυλιά στο μπαλκόνι.
- Το σκέφτηκα ήδη, άσε.
Πίσω ακριβώς από το σπίτι ήταν η αυλή της πεθεράς της. Το παράθυρο της μίας μου κάμαρας έβλεπε εκεί. Δυο καμαράκια και μια κουζινούλα ήταν όλο της το βιος. Γερασμένη πρόωρα από τις δουλειές στον κάμπο και τα λιόδεντρα η κυρά-Κατίνα, αλλά με μια νεανική φλόγα στα μάτια, αφού η χρυσή καρδιά της ήταν γεμάτη αγάπη και καλωσύνη. Σαν μας πήρε είδηση, πως κάτι μαστορεύουμε στην αυλή με τη νύφη της, βούτηξε τ΄αγόρια και ήρθε. Μας βρήκε κουτιά και πανιά για στρώσιμο και τα γατιά βρήκαν "σπίτι" στην καλυβούλα για τις κατσίκες, παρέα με τη μαμά-κατσίκα και τον κυρ-Τράγο.
Δυο παρδαλά ήταν κι ένας τιγρέ χρώματος, που βαφτίστηκε στο λεπτό "Τίγρης". Τα μάτια τους ήταν κλειστά από το πύο και η πανλευκοπενία τα τραβούσε προς τον παράδεισο των γάτων.
Πολλές κουρτίνες ανοιγόκλεισαν από τ' απέναντι σπίτια.
- Μας κοιτάνε Τασούλα, αναρωτιούνται τί κάνουμε.
- Άστους μωρέ...θα μας συνηθίσουν.
Και πραγματικά, αν όχι όλο, το περισσότερο χωριό "συνήθισε" και άλλαξε συμπεριφορά ως προς τα ζώα.
- Γιώτα τούτα ούτε περπατάν, ούτε να φαν μπορούν, θα πεθάνουν! Πως θα τα ταΐσουμε?
- Με μπιμπερό, όπως ταΐζαμε τα ζώα που ψοφούσαν οι μανάδες τους, είπε η πεθερά της.
- Ακριβώς κυρα-Κατίνα. Μόνο που εδώ θέλει σταγονόμετρο!
Δεν θυμάμαι ποια απ' τις τρεις βρήκε ένα ξεχασμένο μπουκαλάκι με σταγονόμετρο. Το γάλα βράστηκε στα γρήγορα και με πολύ υπομονή, καταφέραμε να γεμίσουμε λίγο τις τρεις άδειες κοιλίτσες. Ένα βαμβάκι με κολλύριο καθάρισε το πύο από τα μάτια και τα αφήσαμε να ησυχάσουν.
- Κυρα-Κατίνα δεν θα τα πειράξουν οι κατσίκες?
- Όχι κόρη μ', άκακες είναι.
Στήσαμε λίγο καραούλι με την Τασούλα αλλά τα ζώα ξάπλωναν ήδη δίπλα στο κουτί.
Την άλλη μέρα το πρωί, ανέβηκα εγώ στην Τασούλα για καφέ και τηλεφώνησα στον κτηνίατρό μας τον Βασίλη.
- Καλημέρα Βασίλη.
- Καλημέρα, αλλά δεν φαντάζομαι να με είδες στον ύπνο σου και με θυμήθηκες πρωί-πρωί! Τι θέλεις πάλι?
Του είπα εν ολίγοις τα καθέκαστα και άρχισε πάλι τις φωνές...
- Βρε μυαλό δεν θα βάλεις εσύ? Έχεις που έχεις το πρόβλημα, ν' αρπάξεις και κανα τοξόπλασμα και παιδί να μην κάνεις ποτέ!
Το πρόβλημα ήταν πως στον τρίτο μήνα, ο εγκέφαλός μου, άρχισε να κάνει ό,τι του κάπνιζε... Θεώρησε το έμβρυο "ξένο σώμα". Παράσιτο? Δεν ξέω πως την είδε και δημιούργησε μια στρατιά λευκών αιμοσφαιρίων με σκοπό την αποβολή του. Τελικά, αφού μπουκώθηκα στις ορμόνες εώς τον ένατο, γέννησα και γω η καψερή!
- Τώρα ότι έγινε, έγινε! Σταμάτα να φωνάζεις και λέγε τί κάνω.
- Καλά κάνει και σε μαλών', φώναξε η Τασούλα από την κουζίνα. Αλλά φταίω και γω που σε σπρώχνω στις παλαβομάρες σου!
- Θα πάρεις Ospen για παιδιά και αν καταφέρεις να βρεις τη δόση και δεν τα δηλητηριάσεις τα ξαναλέμε!
Στείλαμε ένα γειτονόπουλο στο μεγάλο χωριό και μας έφερε το αντιβιωτικό.
(Βασίλη τον λέγανε και αυτόν και περνάει ακόμα κατά καιρούς να με δει, αλλά ακόμα δεν του συγχώρησα που πάτησε με το φορτηγό του μπαμπά του λίγο καιρό μετά, το ένα από τα γατιά).
Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήρθε ο Βασίλης με την οικογένειά του και την ιατρική του τσάντα για να μας επισκεφτούν. Παρά την αντιβίωση, τα γατιά ήταν δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Τους έκανε από μια γερή δόση κορτιζόνης και εφάπαξ αντιβίωσης και την επομένη μου πήρε αίμα για εξέταση τοξοπλάσματος...Είχα και απ' αυτό τελικά, αλλά σε αδρανή μορφή μιας και το είχα κολλήσει πρίν την εγκυμοσύνη. Ίσως όμως να ήταν και αυτό ένας λόγος για την δύσκολη κύηση που είχα.
Κανα δυο μέρες μετά, ένα απ' τα γατάκια δεν τα κατάφερε να επιζήσει. Σαν έγιναν καλά τα άλλα δύο, άρχισαν να βγαίνουν στον χωματόδρομο. Στο ένα ήταν δήμιος ο Βασιλής και στο άλλο ήταν σωτήρας η Μπέλλα που το βούτηξε από τη μέση του δρόμου και το φερε στο μπαλκόνι. Τα σκυλιά είχαν δοθεί, αλλά η Μπέλλα είχε ακόμα γάλα και μητρική στοργή.
Οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους...
...Συνεχίζεται
Τετάρτη, Απριλίου 30, 2008
Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου
Η Bella (2)
...Η βροχή δυνάμωσε και το μπαλκόνι δεν είχε πια στεγνό μέρος. Το κουτάβι έσταζε κι όσο κι αν το 'γλυφε η μάνα του, δεν στέγνωνε. Μπήκα στο σπίτι ψάχνοντας με τα μάτια τριγύρω.
Γρήγορα,γρήγορα βρες κάτι, φώναζε το μυαλό μου.
Το χαλάκι της κουζίνας? Οκ...
Ναι, αλλά δεν φτάνει.
Πάω σ' όλα τα δωμάτια ώσπου ανακαλύπτω το μεγάλο σκληρό χαρτοκιβώτιο όπου ο Δ. έβαζε τα εργαλεία του για τα μαστορέματα.
Βγάζω τις πυτζάμες μου, που έτρεχαν σαν τον Νιαγάρα και φοράω τη φόρμα της μηχανής. Πετάω τα εργαλεία στο πάτωμα και αγκαλιά με το χαρτόκουτο και παραμάσχαλα το χαλάκι ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι. Παίρνω στα γρήγορα από το ντουλάπι το νάυλον για τη μπουγάδα, το στρώνω, βάζω πάνω το κουτί και μέσα το στεγνό χαλάκι.
Αλλά η Μπέλλα δεν κουνήθηκε, είχε άλλη δουλειά. Έτρωγε ακόμα το ύστερο. Σαν το απόφαγε, με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια, σύρθηκε δειλά-δειλά στο κουτί. Το κουτάβι ακόμα στη βροχή...
Τώρα θα την φάω την δαγκωνιά, δεν τη γλυτώνω -σκεφτόμουν- καθώς το σβέρκωνα και το έβαζα δίπλα της. Με κοίταξε και τα μάτια της έσταζαν χαρά, σαν το 'χωσε να θηλάσει.
Εννιά φορές το είδα το ίδιο έργο, μέσα στο ψοφόκρυο και τη βροχή.
Λαχανιασμένες αναπνοές, το ρίγισμα στο κορμί, το σιγανό αγκομαχητό, το τάνισμα των πλευρών, το κουτάβι να κυλά στο χαλάκι, το τράβηγμα με τη μουσούδα της, το γλύψιμο για τον καλλωπισμό και το προσεκτικό σπρώξιμο στον δρόμο για το θηλασμό. Και αφού τελείωνε όλες αυτές τις τελετουργικές κινήσεις της, σχεδόν ακίνητη περίμενε να πέσει ο πλακούντας για να τον...φάει! Εγλυφε με ατελείωτη υπομονή τα αίματα και τα υγρά για να είναι καθαρό το μέρος της. Κάθε φορά που τελείωνε το επίπονο έργο της, της χάιδευα το κεφάλι - που το σήκωνε και μ' έψαχνε με τα μάτια, σαν έμπαινα για λίγη ζέστη στο σπίτι.
Το πιάτο με το φαγητό ήταν άθικτο δίπλα της.
Είχα αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή για να έχω περισσότερο φως. Η Σίλυ και η κουφή αγκύρας έκαναν ανακωχή -για πρώτη φορά- και στριμώχνονταν στα πόδια μου η μία πάνω στην άλλη για να δουν όλα αυτά που έβλεπα. Καταλάβαιναν τα ζώα μου πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι μας...
Η Μπέλλα άπλωσε το λαιμό της και μύρισε τη γαβάθα. Δεν την έφτανε. Την έσπρωξα στο άνοιγμα της κούτας και έφαγε μισοξαπλωμένη, ενώ τα εννιά της κουτάβια κρέμονταν στο στήθος της.
Είχε απ' όλες τις φυλές και τα χρώματα η κούτα. Κανελιά, μαύρα, ασπρόμαυρα. Αλλά εμένα μου πήρε την καρδιά εκείνο το ασπρόμαυρο που γεννήθηκε δεύτερο. Ήταν το πιο στρογγυλό και ζωηρό απ' όλα. Ήταν η Μπιμούκα (μπόλικη στη γλώσσα του χωριού), η συντρόφισσα της άτυχης Laura .Το καραμπάσκο τσομπανόσκυλο!
Είχε πάει 4 και κάτι το πρωί.
Έβαλα το χέρι και την χάιδεψα.
Άντε να κοιμηθούμε τώρα. Καλά τα κατάφερες. Να δούμε εγώ τί κουτάβι θα βγάλω όταν έρθει η ώρα μου...
Έγλυψε το χέρι μου και μ' άφησε να ζουλήξω λίγο τα μικρά της. Υγράθηκαν τα δάχτυλά μου από το γάλα. Η Μπέλλα είχε μπόλικο γάλα. Από τότε που είχε έρθει στην αυλή είχε πάντα το πιάτο της γεμάτο με φαγητό απο εμένα και την Τασούλα. Την αποπαρασίτωσα τρίβοντας τα χάπια μεσα στις "σούπες" της μαζί με τις βιταμίνες με γεύση πορτοκάλι. Τα εμβόλια τα έκανε αργότερα ο φίλος μας κτηνίατρος,ο Βασίλης.
Ο Δ. γύρισε το πρωί. Κοιμόμουν ακόμα.
- Ξύπνα! μου λέει. Η Μπέλλα γέννησε!
- Άσε με ρε Δ να κοιμηθώ. Λες να μην το ξέρω? Παρέα η γυναίκα σου και τα ζώα του σπιτιού σου την ξεγεννούσαν ως το πρωί.
Α! και που 'σαι...Μάζεψε τα εργαλεία σου από το πάτωμα και βρες μια κούτα να τα βολέψεις γιατί η άλλη έγινε "οικία".
- Εμ βέβαια, δεν φτάνει που μου αδειάζεις τα πράματά μου, θες να μαζέψω κιόλας! Άντε σήκω τώρα να τα δούμε.
Με την τσίμπλα στο μάτι, έβαλα τη ρόμπα μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Έβρεχε πάλι.
Η Μπέλλα αραχτή, είχε ένα τσούρμο κουτάβια πάνω της και τα βύζαινε. Σαν πολλά μου φαίνονταν...Πήρα να μετράω...
- Βρε Δ, του λέω, εννιά ήταν στις 4.30 -δώδεκα μετράω τώρα. Μπας και βρήκες τίποτα στο δρόμο και τα έφερες?
- Όχι βρε, λέει, στις 7 που ήρθα γεννούσε το τελευταίο -ένα ασπρόμαυρο ήταν- και χουφτώνει την ασπρόμαυρη μπάλα. Μαζί μου γεννήθηκε η Μις.
- Σιγά ρε Δ, κόψε κάτι! Εννιά ξεγέννησα εγώ και η Μις είναι η δεύτερη για να ξέρεις.
Άντε πάμε μέσα γιατί πάγωσα, κάνε κι ένα ελαφρύ καφεδάκι για την εγκυμονούσα και μετά πετάξου στο χασάπη για κόκαλα, εκείνα με το μεδούλι, και να τα σπάσει να του πεις, να ταΐσουμε τη λεχώνα.
Αφού έκανε τα καφεδάκια μουρμουρίζοντας ως συνήθως, πως δεν σέβομαι τα πράματά του, έκανε και τα παράπονά του για τα πεταμένα εργαλεία στο Πουπουσάκι, για να τ' ακούω εγώ δηλαδή (απορώ...αφού ήταν κουφή τί της τα λεγε) και σαν ξεθύμανε, γυρνάει και μου λέει:
- Γιώτα, κακή επιλογή να βάλεις εκεί την κούτα . Αν βγάλει περισσότερο αέρα η βροχή θα φτάσει μέσα.
- Και τί να κάνα βρε Δ. μέσα στα άγρια μεσάνυχτα?
- Άσε κάτι θα σκεφτώ. Πάω να φέρω φέρω τα κόκαλα τώρα.
- Α! Μην το ξεχάσω! Τέσσερις φραντζόλες ψωμί, πέντε μπουκάλια γάλα, μακαρόνια, ρύζι...Πέρνα και απ' τον Νίκο και τον Χρήστο και πες τους να κρατήσουν τ' αποφάγια και δυο μερίδες πατσά!...που δεν θα τον βάλεις μέσα στο σπίτι. Με αναγουλιάζει και μόνο η μυρωδιά του. (Τότε αναγούλιαζα και μόνο με την μυρωδιά του,τώρα τον τσακίζω!)
- Τίποτ' άλλο? Σέβομαι την κατάστασή σου αλλιώς θα σου λεγα τίποτα! Σιτιστή και παιδί για τα ψώνια με κατάντησες! Και είσαι και ακόμα στην αρχή...τί θα κάνω μέχρι να γεννήσεις και συ?
Σαν γύρισε ο "σιτιστής" από τα ψώνια, το μυαλό του είχε ήδη έτοιμη τη λύση, ωσάν άλλος Κύρος Γρανάζης. Άφησε τις σακούλες στην κουζίνα και έπιασε αμέσως δουλειά. Εστρωσε το καινούργιο νάυλον που είχε αγοράσει, στο πίσω μπαλκόνι μπροστά από την κρεβατοκάμαρά μας, έδεσε ένα κομμάτι του στα κάγκελα για να μην έρχεται το νερό της βροχής, γύρισε στο μπροστά μπαλκόνι και τράβηξε απαλά τη Μπέλλα έξω από το κουτί της. Μετέφερε την κούτα με τη δωδεκάδα πίσω, καθώς η μάνα, νομίζοντας πως της παίρνει τα μικρά, είχε βάλει κάτω τ' αυτιά της και 'βγαζε πνιχτούς ήχους κλάματος. Σαν την άκουσα παράτησα την κουζίνα και άρχισα να την φωνάζω για να ρθει στο πίσω μπαλκόνι. Με ακουλούθησε με την ουρά κάτω από τα σκέλια -ως συνήθως- και όρμησε και κουλουριάστηκε στο κουτί γλύφοντας όλο χαρά τα κουτάβια. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Τασούλα από πάνω.
- Τί γίνεται καλέ εδώ? Σας ακούω τόση ώρα από παν' αλλά δεν ήθελα να γίνω αγενής...με 'φαγε όμως η περιέργεια!
- Αποκτήσαμε κι άλλα ζώα Τασούλα, της είπε ο Δ.
- Α είστε για δέσιμο κι οι δυο! Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκ'!
Σαν πλησίασε και είδε την κούτα με τα δώδεκα, κόντεψε να λιποθυμήσει.
- Τί θα τα κανουμ' μαρ' Γιώτα σαν μεγαλώσουν? Απ' ότι τα κόφτω μόνο για να φυλάν' τα πρόβατα είναι.
- Θα τα δώσουμε τότε για να φυλάν τα πρόβατα! Εσύ τους ξέρεις τους τσομπάνηδες του χωριού.
- Καλά, είπε, άστο σε μένα αυτό, καθώς έδενε μαζί με τον Δ και το νάυλον της μπουγάδας επάνω από το χαρτόκουτο για να το προστατεύσουν.
Μέχρι να βράσω τα κόκαλα και τα μακαρόνια, ο Δ και η Τασούλα είχαν τελειώσει το ασφαλές καταφύγιο για την Μπέλλα και τα μικρά.
Μπήκαν μαζί στο σπίτι.
Ο Δ ξανάκανε καφεδάκια και η Τασούλα ζήτησε μολύβι και χαρτί.
- Τί το θες βρε το χαρτί? Τους λογαριασμούς σου θα κάνεις τώρα?
- Όχι μαρη...Τους τσομπάνηδες που μ' ήρθαν στο μυαλό θα γράψω, για να μην ξεχαστώ...
Κι έτσι έγινε. Τα σκυλιά φρόντισε η Τασούλα μόλις απογαλακτίστηκαν να πάνε ένα ένα σε καλά χέρια εκτός από την ασπρόμαυρη μπάλα "Μπιμούκα" και έναν αστραφτερό μαύρο που μετακόμισαν στον εργασιακό μας χώρο.
Και κει που όλα είχαν κανονιστεί και η άνοιξη έτρεχε μέσα στη βροχή, ένα θαμπό πρωινό, ακούω την Τασούλα να μου βροντάει πάλι την πόρτα.
- Ξύπνα μαρή και έχω να σε πω! Νιαουρίσματα ακούω από ψες! Μαλλον κάποιος πέταξε γατιά. Πάμε να τα βρούμε...
...συνεχίζεται
...Η βροχή δυνάμωσε και το μπαλκόνι δεν είχε πια στεγνό μέρος. Το κουτάβι έσταζε κι όσο κι αν το 'γλυφε η μάνα του, δεν στέγνωνε. Μπήκα στο σπίτι ψάχνοντας με τα μάτια τριγύρω.
Γρήγορα,γρήγορα βρες κάτι, φώναζε το μυαλό μου.
Το χαλάκι της κουζίνας? Οκ...
Ναι, αλλά δεν φτάνει.
Πάω σ' όλα τα δωμάτια ώσπου ανακαλύπτω το μεγάλο σκληρό χαρτοκιβώτιο όπου ο Δ. έβαζε τα εργαλεία του για τα μαστορέματα.
Βγάζω τις πυτζάμες μου, που έτρεχαν σαν τον Νιαγάρα και φοράω τη φόρμα της μηχανής. Πετάω τα εργαλεία στο πάτωμα και αγκαλιά με το χαρτόκουτο και παραμάσχαλα το χαλάκι ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι. Παίρνω στα γρήγορα από το ντουλάπι το νάυλον για τη μπουγάδα, το στρώνω, βάζω πάνω το κουτί και μέσα το στεγνό χαλάκι.
Αλλά η Μπέλλα δεν κουνήθηκε, είχε άλλη δουλειά. Έτρωγε ακόμα το ύστερο. Σαν το απόφαγε, με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια, σύρθηκε δειλά-δειλά στο κουτί. Το κουτάβι ακόμα στη βροχή...
Τώρα θα την φάω την δαγκωνιά, δεν τη γλυτώνω -σκεφτόμουν- καθώς το σβέρκωνα και το έβαζα δίπλα της. Με κοίταξε και τα μάτια της έσταζαν χαρά, σαν το 'χωσε να θηλάσει.
Εννιά φορές το είδα το ίδιο έργο, μέσα στο ψοφόκρυο και τη βροχή.
Λαχανιασμένες αναπνοές, το ρίγισμα στο κορμί, το σιγανό αγκομαχητό, το τάνισμα των πλευρών, το κουτάβι να κυλά στο χαλάκι, το τράβηγμα με τη μουσούδα της, το γλύψιμο για τον καλλωπισμό και το προσεκτικό σπρώξιμο στον δρόμο για το θηλασμό. Και αφού τελείωνε όλες αυτές τις τελετουργικές κινήσεις της, σχεδόν ακίνητη περίμενε να πέσει ο πλακούντας για να τον...φάει! Εγλυφε με ατελείωτη υπομονή τα αίματα και τα υγρά για να είναι καθαρό το μέρος της. Κάθε φορά που τελείωνε το επίπονο έργο της, της χάιδευα το κεφάλι - που το σήκωνε και μ' έψαχνε με τα μάτια, σαν έμπαινα για λίγη ζέστη στο σπίτι.
Το πιάτο με το φαγητό ήταν άθικτο δίπλα της.
Είχα αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή για να έχω περισσότερο φως. Η Σίλυ και η κουφή αγκύρας έκαναν ανακωχή -για πρώτη φορά- και στριμώχνονταν στα πόδια μου η μία πάνω στην άλλη για να δουν όλα αυτά που έβλεπα. Καταλάβαιναν τα ζώα μου πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι μας...
Η Μπέλλα άπλωσε το λαιμό της και μύρισε τη γαβάθα. Δεν την έφτανε. Την έσπρωξα στο άνοιγμα της κούτας και έφαγε μισοξαπλωμένη, ενώ τα εννιά της κουτάβια κρέμονταν στο στήθος της.
Είχε απ' όλες τις φυλές και τα χρώματα η κούτα. Κανελιά, μαύρα, ασπρόμαυρα. Αλλά εμένα μου πήρε την καρδιά εκείνο το ασπρόμαυρο που γεννήθηκε δεύτερο. Ήταν το πιο στρογγυλό και ζωηρό απ' όλα. Ήταν η Μπιμούκα (μπόλικη στη γλώσσα του χωριού), η συντρόφισσα της άτυχης Laura .Το καραμπάσκο τσομπανόσκυλο!
Είχε πάει 4 και κάτι το πρωί.
Έβαλα το χέρι και την χάιδεψα.
Άντε να κοιμηθούμε τώρα. Καλά τα κατάφερες. Να δούμε εγώ τί κουτάβι θα βγάλω όταν έρθει η ώρα μου...
Έγλυψε το χέρι μου και μ' άφησε να ζουλήξω λίγο τα μικρά της. Υγράθηκαν τα δάχτυλά μου από το γάλα. Η Μπέλλα είχε μπόλικο γάλα. Από τότε που είχε έρθει στην αυλή είχε πάντα το πιάτο της γεμάτο με φαγητό απο εμένα και την Τασούλα. Την αποπαρασίτωσα τρίβοντας τα χάπια μεσα στις "σούπες" της μαζί με τις βιταμίνες με γεύση πορτοκάλι. Τα εμβόλια τα έκανε αργότερα ο φίλος μας κτηνίατρος,ο Βασίλης.
Ο Δ. γύρισε το πρωί. Κοιμόμουν ακόμα.
- Ξύπνα! μου λέει. Η Μπέλλα γέννησε!
- Άσε με ρε Δ να κοιμηθώ. Λες να μην το ξέρω? Παρέα η γυναίκα σου και τα ζώα του σπιτιού σου την ξεγεννούσαν ως το πρωί.
Α! και που 'σαι...Μάζεψε τα εργαλεία σου από το πάτωμα και βρες μια κούτα να τα βολέψεις γιατί η άλλη έγινε "οικία".
- Εμ βέβαια, δεν φτάνει που μου αδειάζεις τα πράματά μου, θες να μαζέψω κιόλας! Άντε σήκω τώρα να τα δούμε.
Με την τσίμπλα στο μάτι, έβαλα τη ρόμπα μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Έβρεχε πάλι.
Η Μπέλλα αραχτή, είχε ένα τσούρμο κουτάβια πάνω της και τα βύζαινε. Σαν πολλά μου φαίνονταν...Πήρα να μετράω...
- Βρε Δ, του λέω, εννιά ήταν στις 4.30 -δώδεκα μετράω τώρα. Μπας και βρήκες τίποτα στο δρόμο και τα έφερες?
- Όχι βρε, λέει, στις 7 που ήρθα γεννούσε το τελευταίο -ένα ασπρόμαυρο ήταν- και χουφτώνει την ασπρόμαυρη μπάλα. Μαζί μου γεννήθηκε η Μις.
- Σιγά ρε Δ, κόψε κάτι! Εννιά ξεγέννησα εγώ και η Μις είναι η δεύτερη για να ξέρεις.
Άντε πάμε μέσα γιατί πάγωσα, κάνε κι ένα ελαφρύ καφεδάκι για την εγκυμονούσα και μετά πετάξου στο χασάπη για κόκαλα, εκείνα με το μεδούλι, και να τα σπάσει να του πεις, να ταΐσουμε τη λεχώνα.
Αφού έκανε τα καφεδάκια μουρμουρίζοντας ως συνήθως, πως δεν σέβομαι τα πράματά του, έκανε και τα παράπονά του για τα πεταμένα εργαλεία στο Πουπουσάκι, για να τ' ακούω εγώ δηλαδή (απορώ...αφού ήταν κουφή τί της τα λεγε) και σαν ξεθύμανε, γυρνάει και μου λέει:
- Γιώτα, κακή επιλογή να βάλεις εκεί την κούτα . Αν βγάλει περισσότερο αέρα η βροχή θα φτάσει μέσα.
- Και τί να κάνα βρε Δ. μέσα στα άγρια μεσάνυχτα?
- Άσε κάτι θα σκεφτώ. Πάω να φέρω φέρω τα κόκαλα τώρα.
- Α! Μην το ξεχάσω! Τέσσερις φραντζόλες ψωμί, πέντε μπουκάλια γάλα, μακαρόνια, ρύζι...Πέρνα και απ' τον Νίκο και τον Χρήστο και πες τους να κρατήσουν τ' αποφάγια και δυο μερίδες πατσά!...που δεν θα τον βάλεις μέσα στο σπίτι. Με αναγουλιάζει και μόνο η μυρωδιά του. (Τότε αναγούλιαζα και μόνο με την μυρωδιά του,τώρα τον τσακίζω!)
- Τίποτ' άλλο? Σέβομαι την κατάστασή σου αλλιώς θα σου λεγα τίποτα! Σιτιστή και παιδί για τα ψώνια με κατάντησες! Και είσαι και ακόμα στην αρχή...τί θα κάνω μέχρι να γεννήσεις και συ?
Σαν γύρισε ο "σιτιστής" από τα ψώνια, το μυαλό του είχε ήδη έτοιμη τη λύση, ωσάν άλλος Κύρος Γρανάζης. Άφησε τις σακούλες στην κουζίνα και έπιασε αμέσως δουλειά. Εστρωσε το καινούργιο νάυλον που είχε αγοράσει, στο πίσω μπαλκόνι μπροστά από την κρεβατοκάμαρά μας, έδεσε ένα κομμάτι του στα κάγκελα για να μην έρχεται το νερό της βροχής, γύρισε στο μπροστά μπαλκόνι και τράβηξε απαλά τη Μπέλλα έξω από το κουτί της. Μετέφερε την κούτα με τη δωδεκάδα πίσω, καθώς η μάνα, νομίζοντας πως της παίρνει τα μικρά, είχε βάλει κάτω τ' αυτιά της και 'βγαζε πνιχτούς ήχους κλάματος. Σαν την άκουσα παράτησα την κουζίνα και άρχισα να την φωνάζω για να ρθει στο πίσω μπαλκόνι. Με ακουλούθησε με την ουρά κάτω από τα σκέλια -ως συνήθως- και όρμησε και κουλουριάστηκε στο κουτί γλύφοντας όλο χαρά τα κουτάβια. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Τασούλα από πάνω.
- Τί γίνεται καλέ εδώ? Σας ακούω τόση ώρα από παν' αλλά δεν ήθελα να γίνω αγενής...με 'φαγε όμως η περιέργεια!
- Αποκτήσαμε κι άλλα ζώα Τασούλα, της είπε ο Δ.
- Α είστε για δέσιμο κι οι δυο! Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκ'!
Σαν πλησίασε και είδε την κούτα με τα δώδεκα, κόντεψε να λιποθυμήσει.
- Τί θα τα κανουμ' μαρ' Γιώτα σαν μεγαλώσουν? Απ' ότι τα κόφτω μόνο για να φυλάν' τα πρόβατα είναι.
- Θα τα δώσουμε τότε για να φυλάν τα πρόβατα! Εσύ τους ξέρεις τους τσομπάνηδες του χωριού.
- Καλά, είπε, άστο σε μένα αυτό, καθώς έδενε μαζί με τον Δ και το νάυλον της μπουγάδας επάνω από το χαρτόκουτο για να το προστατεύσουν.
Μέχρι να βράσω τα κόκαλα και τα μακαρόνια, ο Δ και η Τασούλα είχαν τελειώσει το ασφαλές καταφύγιο για την Μπέλλα και τα μικρά.
Μπήκαν μαζί στο σπίτι.
Ο Δ ξανάκανε καφεδάκια και η Τασούλα ζήτησε μολύβι και χαρτί.
- Τί το θες βρε το χαρτί? Τους λογαριασμούς σου θα κάνεις τώρα?
- Όχι μαρη...Τους τσομπάνηδες που μ' ήρθαν στο μυαλό θα γράψω, για να μην ξεχαστώ...
Κι έτσι έγινε. Τα σκυλιά φρόντισε η Τασούλα μόλις απογαλακτίστηκαν να πάνε ένα ένα σε καλά χέρια εκτός από την ασπρόμαυρη μπάλα "Μπιμούκα" και έναν αστραφτερό μαύρο που μετακόμισαν στον εργασιακό μας χώρο.
Και κει που όλα είχαν κανονιστεί και η άνοιξη έτρεχε μέσα στη βροχή, ένα θαμπό πρωινό, ακούω την Τασούλα να μου βροντάει πάλι την πόρτα.
- Ξύπνα μαρή και έχω να σε πω! Νιαουρίσματα ακούω από ψες! Μαλλον κάποιος πέταξε γατιά. Πάμε να τα βρούμε...
...συνεχίζεται
Τετάρτη, Απριλίου 16, 2008
Αισθήσεις και αισθήματα: Οι αγάπες μου.
Η Bella...
Σαν βρέθηκε το σπίτι με την αυλή, η Παναγιώτα μετακόμισε τα υπάρχοντά της σε χρόνο dt. Ένα νιόχτιστο διώροφο ήτανε παραδίπλα από τη θάλασσα.
Οταν πρωτοπήγα όλοι με κοίταζαν περίεργα...Τι γύρευε μια αστή σε ένα χωριό που τον χειμώνα το έδερναν οι αγέρηδες και πνίγονταν οι χωματόδρομοι απ΄τη λάσπη?
Τους έπιασα να κρυφοκοιτάζουν μέσα από τις κουρτίνες σαν έπλενα τα μπαλκόνια ή πήγαινα για ψώνια με το ποδήλατο. Αλλά αυτό που δεν μπορούσαν να χωνέψουν, ήταν πως όλα τα σκυλιά με παίρναν στο κατόπι. Και το χειρότερο γι΄αυτούς ήταν πως εγώ καθόμουν κιόλας και τα χάιδευα και μιλούσα μαζί τους. Η σπιτονοικοκυρά μου η Τασούλα μου μετέφερnε τους χαρακτηρισμούς: τρελάρα, ζαβή, αλαφροΐσκιωτη...
Η Τασούλα έμενε στον επάνω σπίτι. Μεγαλωμένη στην Αυστραλία, γύρισε και παντρεύτηκε στο χωριό της. Ήταν μικρότερή μου, αλλά είχε ήδη δύο αγοράκια. Η νοοτροπία της ήταν κάτι μεταξύ Αυστραλιανής προόδου και οπισθοδρόμησης του χωριού, αλλά ήταν γλυκιά και καλόβολη. Κλεισμένη όλη μέρα στο σπίτι με δύο μικρά αγόρια, ξεφυσούσε μόνιμα από ανία και βαρεμάρα και όταν της έδωσα το ελευθέρας για πρωινό καφέ, έγινε η κολλητή μου, φλομώνοντας με στο κατσικίσιο τυρί, στα γλυκά και στις θεϊκές πίτες που έφτιαχνε. Μα ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει και αυτή "πως δεν φοβόμουν και άγγιζα αυτά τα κοπρόσκυλα".
Η αγέλη της παραλίας απαριθμούσε οκτώ με δέκα κόπρους, με έναν μεγαλόσωμο βρωμιάρη και σουρομαδημένο απ΄τις επουλωμένες πληγές των σκυλοκαυγάδων, νταή αρχηγό. Άγριο και καβγατζίδικο ζώο ήταν. Λίγο πιο πίσω απ΄το κοπάδι και σε απόσταση ασφαλείας, ακολουθούσε ένα κακόμοιρο, μέτριο σε μέγεθος ζωντανό, με ξανθοκάστανο όμορφο χρώμα και πεσμένα αυτιά. Κάτι μεταξύ κυνηγόσκυλου και βεριτάμπλ ελληνικού μπάσταρδου κοπρόσκυλου. Μόνιμα είχε την ουρά κάτω από τα σκέλια. Σαν έπαιρνε λίγο θάρρος για να πάει να φάει απ' αυτά που έριχνα, εισέπραττε γρυλίσματα και δαγκωνιές και τρεπόταν σε φυγή. Μετρούσα τα κόκαλα στα ισχνά του πλευρά σαν πήρα την σκούπα μια μέρα και κυνήγησα τον αρχηγό που το είχε σβερκώσει κάτω στον χωματόδρομο για ένα κοκαλάκι.
Πέρασαν μέρες που δεν το ξανάδα, ώσπου ένα βραδάκι άκουσα να μου χτυπά την πόρτα αλαφιασμένα η Τασούλα...
- Έλα, μου λέει, έλα γιατί δεν ξέρω τί να κάνω και φοβάμαι να το πιάσω!
- Τί έπαθες μωρέ Τασούλα και σκούζεις βραδιάτικα? Τί φοβάσαι να πιάσεις?
- Έλα, έλα στην αυλή να δεις!
Άναψα τα φώτα της βεράντας και βγήκα έξω από τον φράχτη με την Τασούλα μπροστά. Ένας ξανθοκάστανος σκυλίσιος κώλος ήτανε σφηνωμένος στο συρματόπλεγμα, ανάμεσα στα σαθρά τσιμεντότουβλα, μέσα σ΄ένα κρυφό λαγούμι. Άραγε πόσες νύχτες το έσκαβε? Κιχ δεν έβγαζε...Ξαναγύρισα στην αυλή για να ελέγξω την κατάσταση. Στο μισοσκόταδο διέκρινα την ικεσία και την υποταγή σε κείνα τα υγρά, μελιά μάτια.
- Τι θα κάνουμε βρε Γιώτα?
- Θα το βγάλουμε βρε Τασούλα!
- Μαρ΄ φοβάμαι μη με δαγκάσ΄!
- Ε άμα σε δαγκάσει, ετοίμασε την κοιλιά σου να σε κάνω αντιλυσσικές ενέσεις!
- Καλά μαρ΄ χαζή είσαι? Να πάθω λύσσα και να δαγκαν΄ τα παιδιά μ΄?
Ξεράθηκα να γελάω καθώς την καθησύχαζα πως δεν πρόκειται να δαγκάσει κανέναν και της είπα να βρει κάτι για να σκάψει το χώμα ανάμεσα στα τσιμεντότουβλα, κάτω από την κοιλιά του σκυλιού. Βρήκε ένα τσαπί, ανασκουμπώθηκε και έπιασε δουλειά, αφού πρώτα σιγουρεύτηκε πως η μούρη του σκυλιού ήταν από την δικιά μου πλευρά (ο κώλος βέβαια δεν δαγκώνει!). Το ζώο είχε γίνει ένα με το χώμα, έτρεμε...
Παιδευτήκαμε κάνα δυο ώρες, η Τασούλα μεγάλωσε το λαγούμι με το τσαπί και γω κατάφερα να σηκώσω το συρματόπλεγμα, που του ΄χε γδάρει και ματώσει την πλάτη. Όταν η τρύπα έγινε ικανή για να περάσει το ζώο, εκείνο δεν κουνήθηκε. Εχωσε την μουσούδα του στο χώμα, έκλεισε τα μάτια και έμεινε εκεί ακίνητο.
Μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης και καθώς του φώναζα: Έλα βρε αγόρι μου θα τα καταφέρεις!...η Τασούλα διέγνωσε το φύλο από την πίσω πλευρά...
- Σκασε μαρή, μου λέει, κορίτσ΄ είν΄ το ζωντανό!
Και αφού διαπιστώθηκε το φύλο και γω άρχισα να λέω: Κουράγιο ομορφούλα μου, θα τα καταφέρουμε, γυρνάει η Τασούλα και λέει πάλι με εκείνο το φοβερό, δικό της, ανεπανάληπτο στυλ ...
- Τι ομορφούλα την λες μαρή Γιώτα, κακάσχημο είναι το άμοιρο!
- Καλα μωρέ Τασούλα, δίκιο έχεις...Μπέλλα θα την λέμε...
- Τι Μπέλλα μαρή, τί είναι το Μπέλλα?
- Όμορφή...στα ιταλικά!
- Αει να σε πάρει η ευχή τρελλέγκω!που το βρήκες?...και έσκασε στα γέλια.
Την αφήσαμε στο λαγούμι της να ηρεμήσει και φύγαμε για τα σπίτια μας.
Την επομένη, η Μπέλλα αυτοδιορίστηκε κάτοικος της αυλής, με λίγα λόγια μας υιοθέτησε.
Ερχόταν τα βράδια και κοιμόταν κάτω από τη μουσμουλιά, δίπλα στο λαγούμι. Έφευγε το πρωί πριν ξυπνήσουμε. Κανείς μας δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε και στην αγέλη κατέφυγε. Ο Δ. ανακάλυψε μετά από καιρό ένα χαλασμένο τμήμα του φράχτη στο μαγαζί και την Μπέλλα μπάστακα-φρουρό στο άνοιγμα. Αυτό το τετραπέρατο και άσχημο ζωντανό, το βράδυ φύλαγε το σπίτι και το πρωί το μαγαζί.
Από τότε, κάθε πρωί έφευγε με τον Δ. τρέχοντας πίσω από τη μηχανή του.
Ο χειμώνας μπήκε άγριος στο θαλασσοχώρι. Εικοσιτετράωρα βροχής και ψωφόκρυο. Η μάνα μου έταζε κεριά στους αγίους για να ξεχειμωνιάσω στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη. Αλλά η Παναγιώτα, που γεννήθηκε μια νύχτα μες την λαίλαπα του χιονιού ακούγοντας τα βελάσματα από τις προβατίνες που γεννούσαν στο διπλανό μαντρί,την ώρα που γεννούσε και η Τασία, προτίμησε να μείνει με την σπιτονοικοκυρά της, τις πίτες της και τα κανταΐφια της αποφεύγοντας μια μάνα που τηλεφωνούσε ολημερίς στον Ντίνο για την προβληματική εγκυμοσύνη.
Φλεβάρης...1982...26η του μήνα...
Μόνη στο σπίτι, με το σποράκι στην κοιλιά, παρέα με το Πουπουσάκι και την χαζο-Σίλυ , ανακάλυψα πως ο Δ. που έλειπε στην Θεσσαλονίκη, ξέχασε να φέρει την καθιερωμένη τροφοδοσία για την Μπέλλα. Στα γρήγορα, το βραδινό μου γάλα(μπλιαχ) μπήκε σε μια γαβάθα μαζί με τρία ωμά αυγά και μισή φρατζόλα ψωμί.
Απόβραδο ήταν και η αυλή μύριζε αλμύρα απ' τ' ανταριασμένα κύματα που την πότιζαν. Βγήκα στη βροχή που μαστίγωνε την ξύλινη πόρτα της αυλής και μέσα στο αχνό ηλεκτρικό φως, είδα το σκυλί, μουσκεμένο ως το κόκκαλο, να κάθεται στο τσιμεντένιο δρομάκι της εισόδου. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα εκεί. Τα όριά της τα είχε τοποθετήσει μέχρι την μουσμουλιά.
- Έλα, της είπα και της έδειξα τη γαβάθα. Έλα να φας!
Γρύλισε παραπονεμένα και κατέβασε περισσότερο τ' αυτιά της. Πάλι δεν έκανε βήμα.
Κατέβηκα τα σκαλιά με τη βροχή να με δέρνει αλύπητα. Με αγωνία με κοιτούσαν τα μελιά της μάτια. Στάθηκα σε απόσταση αναπνοής και άπλωσα το χέρι μου να το μυρίσει. Μισοσηκώθηκε, μύρισε το χέρι και το έγλυψε.
- Πάμε τώρα στα στεγνά, γίναμε λούτσα και οι δυο μας.
Άφησα το χέρι στη μουσούδα της και έκανε ένα βήμα, σηκώθηκε. Ανεβήκαμε μαζί στο μισοβρεγμένο μπαλκόνι, και κει μέσα στο λιγοστό φως είδα να κρέμεται "κάτι" κάτω από την ουρά της.
- Θεούλη μου! αναφώνησα...Μου το χτυπήσανε το ζωντανό και βγήκαν τα έντερα του!
Σαν έγειρα να δω καλύτερα, εκείνο το "κάτι" ταλαντευόταν. Ζωντανό ήταν! Η Μπέλλα ξάπλωσε στο υγρό μπαλκόνι και βόγκηξε...Τράβηξε το "κάτι" με τη μουσούδα της και άρχισε να το γλύφει.
Η Μπέλλα της βροχής και της αλμύρας, είχε αρχίσει να γεννάει μέσα στην καταιγίδα...
...Συνεχίζεται
Σαν βρέθηκε το σπίτι με την αυλή, η Παναγιώτα μετακόμισε τα υπάρχοντά της σε χρόνο dt. Ένα νιόχτιστο διώροφο ήτανε παραδίπλα από τη θάλασσα.
Οταν πρωτοπήγα όλοι με κοίταζαν περίεργα...Τι γύρευε μια αστή σε ένα χωριό που τον χειμώνα το έδερναν οι αγέρηδες και πνίγονταν οι χωματόδρομοι απ΄τη λάσπη?
Τους έπιασα να κρυφοκοιτάζουν μέσα από τις κουρτίνες σαν έπλενα τα μπαλκόνια ή πήγαινα για ψώνια με το ποδήλατο. Αλλά αυτό που δεν μπορούσαν να χωνέψουν, ήταν πως όλα τα σκυλιά με παίρναν στο κατόπι. Και το χειρότερο γι΄αυτούς ήταν πως εγώ καθόμουν κιόλας και τα χάιδευα και μιλούσα μαζί τους. Η σπιτονοικοκυρά μου η Τασούλα μου μετέφερnε τους χαρακτηρισμούς: τρελάρα, ζαβή, αλαφροΐσκιωτη...
Η Τασούλα έμενε στον επάνω σπίτι. Μεγαλωμένη στην Αυστραλία, γύρισε και παντρεύτηκε στο χωριό της. Ήταν μικρότερή μου, αλλά είχε ήδη δύο αγοράκια. Η νοοτροπία της ήταν κάτι μεταξύ Αυστραλιανής προόδου και οπισθοδρόμησης του χωριού, αλλά ήταν γλυκιά και καλόβολη. Κλεισμένη όλη μέρα στο σπίτι με δύο μικρά αγόρια, ξεφυσούσε μόνιμα από ανία και βαρεμάρα και όταν της έδωσα το ελευθέρας για πρωινό καφέ, έγινε η κολλητή μου, φλομώνοντας με στο κατσικίσιο τυρί, στα γλυκά και στις θεϊκές πίτες που έφτιαχνε. Μα ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει και αυτή "πως δεν φοβόμουν και άγγιζα αυτά τα κοπρόσκυλα".
Η αγέλη της παραλίας απαριθμούσε οκτώ με δέκα κόπρους, με έναν μεγαλόσωμο βρωμιάρη και σουρομαδημένο απ΄τις επουλωμένες πληγές των σκυλοκαυγάδων, νταή αρχηγό. Άγριο και καβγατζίδικο ζώο ήταν. Λίγο πιο πίσω απ΄το κοπάδι και σε απόσταση ασφαλείας, ακολουθούσε ένα κακόμοιρο, μέτριο σε μέγεθος ζωντανό, με ξανθοκάστανο όμορφο χρώμα και πεσμένα αυτιά. Κάτι μεταξύ κυνηγόσκυλου και βεριτάμπλ ελληνικού μπάσταρδου κοπρόσκυλου. Μόνιμα είχε την ουρά κάτω από τα σκέλια. Σαν έπαιρνε λίγο θάρρος για να πάει να φάει απ' αυτά που έριχνα, εισέπραττε γρυλίσματα και δαγκωνιές και τρεπόταν σε φυγή. Μετρούσα τα κόκαλα στα ισχνά του πλευρά σαν πήρα την σκούπα μια μέρα και κυνήγησα τον αρχηγό που το είχε σβερκώσει κάτω στον χωματόδρομο για ένα κοκαλάκι.
Πέρασαν μέρες που δεν το ξανάδα, ώσπου ένα βραδάκι άκουσα να μου χτυπά την πόρτα αλαφιασμένα η Τασούλα...
- Έλα, μου λέει, έλα γιατί δεν ξέρω τί να κάνω και φοβάμαι να το πιάσω!
- Τί έπαθες μωρέ Τασούλα και σκούζεις βραδιάτικα? Τί φοβάσαι να πιάσεις?
- Έλα, έλα στην αυλή να δεις!
Άναψα τα φώτα της βεράντας και βγήκα έξω από τον φράχτη με την Τασούλα μπροστά. Ένας ξανθοκάστανος σκυλίσιος κώλος ήτανε σφηνωμένος στο συρματόπλεγμα, ανάμεσα στα σαθρά τσιμεντότουβλα, μέσα σ΄ένα κρυφό λαγούμι. Άραγε πόσες νύχτες το έσκαβε? Κιχ δεν έβγαζε...Ξαναγύρισα στην αυλή για να ελέγξω την κατάσταση. Στο μισοσκόταδο διέκρινα την ικεσία και την υποταγή σε κείνα τα υγρά, μελιά μάτια.
- Τι θα κάνουμε βρε Γιώτα?
- Θα το βγάλουμε βρε Τασούλα!
- Μαρ΄ φοβάμαι μη με δαγκάσ΄!
- Ε άμα σε δαγκάσει, ετοίμασε την κοιλιά σου να σε κάνω αντιλυσσικές ενέσεις!
- Καλά μαρ΄ χαζή είσαι? Να πάθω λύσσα και να δαγκαν΄ τα παιδιά μ΄?
Ξεράθηκα να γελάω καθώς την καθησύχαζα πως δεν πρόκειται να δαγκάσει κανέναν και της είπα να βρει κάτι για να σκάψει το χώμα ανάμεσα στα τσιμεντότουβλα, κάτω από την κοιλιά του σκυλιού. Βρήκε ένα τσαπί, ανασκουμπώθηκε και έπιασε δουλειά, αφού πρώτα σιγουρεύτηκε πως η μούρη του σκυλιού ήταν από την δικιά μου πλευρά (ο κώλος βέβαια δεν δαγκώνει!). Το ζώο είχε γίνει ένα με το χώμα, έτρεμε...
Παιδευτήκαμε κάνα δυο ώρες, η Τασούλα μεγάλωσε το λαγούμι με το τσαπί και γω κατάφερα να σηκώσω το συρματόπλεγμα, που του ΄χε γδάρει και ματώσει την πλάτη. Όταν η τρύπα έγινε ικανή για να περάσει το ζώο, εκείνο δεν κουνήθηκε. Εχωσε την μουσούδα του στο χώμα, έκλεισε τα μάτια και έμεινε εκεί ακίνητο.
Μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης και καθώς του φώναζα: Έλα βρε αγόρι μου θα τα καταφέρεις!...η Τασούλα διέγνωσε το φύλο από την πίσω πλευρά...
- Σκασε μαρή, μου λέει, κορίτσ΄ είν΄ το ζωντανό!
Και αφού διαπιστώθηκε το φύλο και γω άρχισα να λέω: Κουράγιο ομορφούλα μου, θα τα καταφέρουμε, γυρνάει η Τασούλα και λέει πάλι με εκείνο το φοβερό, δικό της, ανεπανάληπτο στυλ ...
- Τι ομορφούλα την λες μαρή Γιώτα, κακάσχημο είναι το άμοιρο!
- Καλα μωρέ Τασούλα, δίκιο έχεις...Μπέλλα θα την λέμε...
- Τι Μπέλλα μαρή, τί είναι το Μπέλλα?
- Όμορφή...στα ιταλικά!
- Αει να σε πάρει η ευχή τρελλέγκω!που το βρήκες?...και έσκασε στα γέλια.
Την αφήσαμε στο λαγούμι της να ηρεμήσει και φύγαμε για τα σπίτια μας.
Την επομένη, η Μπέλλα αυτοδιορίστηκε κάτοικος της αυλής, με λίγα λόγια μας υιοθέτησε.
Ερχόταν τα βράδια και κοιμόταν κάτω από τη μουσμουλιά, δίπλα στο λαγούμι. Έφευγε το πρωί πριν ξυπνήσουμε. Κανείς μας δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε και στην αγέλη κατέφυγε. Ο Δ. ανακάλυψε μετά από καιρό ένα χαλασμένο τμήμα του φράχτη στο μαγαζί και την Μπέλλα μπάστακα-φρουρό στο άνοιγμα. Αυτό το τετραπέρατο και άσχημο ζωντανό, το βράδυ φύλαγε το σπίτι και το πρωί το μαγαζί.
Από τότε, κάθε πρωί έφευγε με τον Δ. τρέχοντας πίσω από τη μηχανή του.
Ο χειμώνας μπήκε άγριος στο θαλασσοχώρι. Εικοσιτετράωρα βροχής και ψωφόκρυο. Η μάνα μου έταζε κεριά στους αγίους για να ξεχειμωνιάσω στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη. Αλλά η Παναγιώτα, που γεννήθηκε μια νύχτα μες την λαίλαπα του χιονιού ακούγοντας τα βελάσματα από τις προβατίνες που γεννούσαν στο διπλανό μαντρί,την ώρα που γεννούσε και η Τασία, προτίμησε να μείνει με την σπιτονοικοκυρά της, τις πίτες της και τα κανταΐφια της αποφεύγοντας μια μάνα που τηλεφωνούσε ολημερίς στον Ντίνο για την προβληματική εγκυμοσύνη.
Φλεβάρης...1982...26η του μήνα...
Μόνη στο σπίτι, με το σποράκι στην κοιλιά, παρέα με το Πουπουσάκι και την χαζο-Σίλυ , ανακάλυψα πως ο Δ. που έλειπε στην Θεσσαλονίκη, ξέχασε να φέρει την καθιερωμένη τροφοδοσία για την Μπέλλα. Στα γρήγορα, το βραδινό μου γάλα(μπλιαχ) μπήκε σε μια γαβάθα μαζί με τρία ωμά αυγά και μισή φρατζόλα ψωμί.
Απόβραδο ήταν και η αυλή μύριζε αλμύρα απ' τ' ανταριασμένα κύματα που την πότιζαν. Βγήκα στη βροχή που μαστίγωνε την ξύλινη πόρτα της αυλής και μέσα στο αχνό ηλεκτρικό φως, είδα το σκυλί, μουσκεμένο ως το κόκκαλο, να κάθεται στο τσιμεντένιο δρομάκι της εισόδου. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα εκεί. Τα όριά της τα είχε τοποθετήσει μέχρι την μουσμουλιά.
- Έλα, της είπα και της έδειξα τη γαβάθα. Έλα να φας!
Γρύλισε παραπονεμένα και κατέβασε περισσότερο τ' αυτιά της. Πάλι δεν έκανε βήμα.
Κατέβηκα τα σκαλιά με τη βροχή να με δέρνει αλύπητα. Με αγωνία με κοιτούσαν τα μελιά της μάτια. Στάθηκα σε απόσταση αναπνοής και άπλωσα το χέρι μου να το μυρίσει. Μισοσηκώθηκε, μύρισε το χέρι και το έγλυψε.
- Πάμε τώρα στα στεγνά, γίναμε λούτσα και οι δυο μας.
Άφησα το χέρι στη μουσούδα της και έκανε ένα βήμα, σηκώθηκε. Ανεβήκαμε μαζί στο μισοβρεγμένο μπαλκόνι, και κει μέσα στο λιγοστό φως είδα να κρέμεται "κάτι" κάτω από την ουρά της.
- Θεούλη μου! αναφώνησα...Μου το χτυπήσανε το ζωντανό και βγήκαν τα έντερα του!
Σαν έγειρα να δω καλύτερα, εκείνο το "κάτι" ταλαντευόταν. Ζωντανό ήταν! Η Μπέλλα ξάπλωσε στο υγρό μπαλκόνι και βόγκηξε...Τράβηξε το "κάτι" με τη μουσούδα της και άρχισε να το γλύφει.
Η Μπέλλα της βροχής και της αλμύρας, είχε αρχίσει να γεννάει μέσα στην καταιγίδα...
...Συνεχίζεται
Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008
Χαλάσματα...

Μια φορά κι έναν καιρό αυτό το πράσινο κομμάτι ανήκε σ' έναν πανέμορφο κήπο. Παιδί ήμουν τότε και τον θαύμαζα όταν καθόμουν στο μπαλκόνι και διάβαζα. Τριανταφυλλιές, ζουμπούλια, αγιόκλημα και γιασεμιά όπου κρύβονταν τ' αηδόνια και τραγουδούσαν κάθε άνοιξη τα ξημερώματα. Οπωροφόρα δέντρα γεμάτα ωδικά πουλιά που έστηναν το επόμενο τραγούδι σαν σώπαιναν τ' αηδόνια. Λογής, λογής λαχανικά που έφερνε ο κυρ-Γιώργης στο πανεράκι στην γιαγιά μου μαζί με τα ζουμερά σύκα. Ένα κακό είχε μόνο ο κυρ-Γιώργης, έστηνε ξόβεργες και έβαζε τα πουλιά σε κλουβιά. Έβλεπα τα κλουβιά καρφωμένα στο περιτοίχισμα με το νάιλον για την βροχή από πάνω και γινόταν η ψυχή μου μαύρη. Και ω! του θαύματος το μυαλό μου πήρε στροφές!
- Θέλω κι εγώ πουλιά, είπα στην Μαρίκα.- Δεν τα λυπάσαι να τα έχεις στο κλουβί?
- Επειδή τα λυπάμαι θέλω να τα περιποιούμαι.
Την άλλη μέρα ήρθε το πρώτο πουλί.Το κλουβί ήταν χειροτέχνημα του Κυρ-Γιώργου. Μια καρδερίνα ήταν, συννεφιασμένη και αμίλητη. Το σατανικό μου παιδικό μυαλό το είχε οργανώσει καλά το "έγκλημα" και όταν τα κλουβιά έγιναν 4-5, τα πουλιά άρχισαν να εξαφανίζονται και να "πεθαίνουν" μυστηριωδώς.
- Τι έγινε το πουλί?
- Ψόφησε...
- Και που είναι το πτώμα?
- Το έθαψα στην παραλία...
Η Μαρίκα με κοίταξε αρκετές φορές με απορία ώσπου την ψιλιάστηκε και έγινε σιωπηρός συνένοχος. Δεν θυμάμαι πόσα πουλιά πέρασαν από το μπαλκόνι. Όταν πέρασαν τα χρόνια και έφυγα από το πατρικό μου τα κλουβιά είχαν ήδη πεταχτεί. Η Μαρίκα είχε "φύγει" και την ακολούθησε και ο κυρ-Γιώργος...
Σαν ξαναγύρισα πριν 20 χρόνια στο σπίτι όπου μεγάλωσα, ο κήπος είχε περισσότερα λουλούδια, καθόλου λαχανικά και τα πουλιά τραγουδούσαν ελεύθερα στα δέντρα. Δύο ακόμα σπίτια ξεφύτρωναν πάνω από το μικρό ημιυπόγειο σπιτάκι.
Οταν "έφυγε" και η γυναίκα του μετά από λίγα χρόνια και οι κόρες τους μετακόμισαν με τις οικογένειες τους μακρυά...ο κήπος άρχισε σιγά-σιγά να πεθαίνει.
Τα λουλούδια μαράθηκαν,πολλά δέντρα αρρώστησαν και ο κισσός τύλιξε τα πάντα στο πέρασμά του. Μόνο τα αηδόνια ακουγόταν...και έπιαναν ακόμα το τραγούδι το ξημέρωμα.
Όταν ήμουν παιδί θυμάμαι, στις αυλές των σπιτιών της γειτονιάς, υπήρχαν πάντα 5-6 χοντρές γάτες και καλοζωισμένα σκυλιά. Τα σπιτάκια έγιναν πολυκατοικίες, αλλά οι γάτες συνέχιζαν να σεργιανίζουν στις πρασιές, μιας και οι περισσότεροι νέοι κάτοικοι ήταν φιλόζωοι. Τις τάιζαν και έβαζαν κουτιά στις πυλωτές για να γεννάνε. Εκτός από αυτούς όμως, υπήρχαν και οι ορκισμένοι εχθροί τους...
Έτσι, με τον χρόνο, τα ζώα άρχισαν να λιγοστεύουν. Έβγαινα από το μπαλκόνι για να ταΐσω, φώναζα, φώναζα, μα δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Μερικοί είπαν φόλα, άλλοι χλωρίνη και άλλοι ποντικοφάρμακο...Ακολούθησαν ομηρικοί καυγάδες στην γειτονιά με τους "ύποπτους".
Ώσπου...
Μια μέρα, που καθόμουν και παρατηρούσα τα χάλια του απέναντι κήπου από το μπαλκόνι, είδα μια ξανθομαλλούσα μέσα στον πράσινο κισσό και μερικές γάτες τριγύρω της να τρίβονται στα πόδια της και να νιαουρίζουν. Στο ψι-ψι-ψι που ξεστόμισα, είδα πολλά χνουδωτά κεφαλάκια να έρχονται τρέχοντας. Από την αρχηγό των φιλόζωων έμαθα πως η ξανθομαλλούσα νεράιδα των γάτων έκανε εκστρατεία μετά από τις φόλες που έπεσαν και μάζεψε τα ζωντανά στον εγκαταλελειμμένο κήπο.
Μέσα από μια άτυχη δική μου στιγμή, είχα την τύχη να την κάνω φίλη μου. Ταΐσαμε μαζί, κάναμε εμβόλια μαζί, αντιβιώσεις μαζί...πολλά μαζί και μέσα από κάποιες άτυχες συγκυρίες της ζωής της, έφυγε για τον τόπο της. Κράτησα ενθύμιο απ΄αυτήν, τον μαύρο γάτο με τα τρία πόδια, που μου κάνει την ζωή δύσκολη έκτοτε με τα κλάματα και τις απαιτήσεις του! Με την ξανθομαλλούσα λέμε από τηλεφώνου πια, που και που, τα της ζωής μας.
Στις 31 Μαρτίου, πρωί-πρωί, ξύπνησε όλη την γειτονιά ένας θόρυβος, δυνατός σαν σεισμός. Βγήκαμε όλοι στα μπαλκόνια και είδαμε τους τοίχους να γίνονται θρυμματισμένα τούβλα κάτω από τα χτυπήματα του κατεδαφιστικού οχήματος. Μέσα σε μόλις δύο μέρες το ένα φορτηγό πίσω απ΄τ΄άλλο είχε ξεμακρύνει και τα τελευταία μπάζα.
Χάθηκε πια και το τελευταίο καταφύγιο των ζώων μας. Κατέφυγαν πάλι στις πρασιές. Φαγητό σίγουρα θα έχουν, αλλά η εμπεριστατωμένη φροντίδα είναι πια παρελθόν...
...το παρόν τους και το παρόν μας είναι πια χαλάσματα και μπάζα...


Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2008
Επαναστάσεις ...1967
25η Μαρτίου
Το 1821 βέβαια δεν το έζησα οπότε πως θα μπορούσα να έχω αναμνήσεις,γνώμη και άποψη?
Το 1967 όμως το βίωσα μέσα από τα 13 χρόνια της ζωής που περπατούσα.
Εγώ το χωριατόπαιδο που σεργιάνιζα τους μαχαλάδες και κυλιόμουν στην λάσπη για να κυνηγάω τα πληγωμένα σκυλιά για να τα πάω στην Μαρίκα να τα γιάνει,εγώ η επαναστάτρια με τα γόνατα που πάντα έτρεχαν αίματα από τον πετροπόλεμο με τα αγόρια, εγώ που άλειφα τις γάτες με πετρέλαιο για να σκοτωθούν οι ψύλλοι, όταν η Μαρίκα προσπαθούσε με τον ίδιο τρόπο να εξοντώσει τις ψείρες μου και με κούρευε γουλί,εγώ λοιπόν βρέθηκα ξαφνικά στην πόλη, σ'ένα σχολείο πίτα στην γκλαμουριά!
Μαράζωσα και βούλιαξα στην δυστυχία μου,αλλά παράτησα το χέρι της μάνας μου και προχώρησα αποφασιστικά στην αυλή δίχως να γυρίσω να την κοιτάξω, όταν πρότεινε σ'ενα ευτραφές κοριτσάκι να με κατατοπίσει επί των πραγμάτων κι εκείνο με δυσφορία συμφώνησε,μόνο από ευγένεια,χωρίς ίχνος παιδικής αγάπης (αργότερα έμαθα πως ήταν η καλύτερη μαθήτρια αλλά το σηκωμένο χέρι στην παρέλαση,της το έφαγα. Οχι που θα της την χάριζα την απαξίωση που μου έδειξε η πρωτευουσιάνα. Για όλα τα χρόνια αργότερα σήκωνα το γαντοφορεμένο χέρι στις παρελάσεις).
Κάθισα στο τελευταίο θρανίο μόνη.Δυο άλλα άδεια υπήρχαν πιο μπροστά.
Και ξάφνου εμφανίστηκε το άλλο "χωριατόπαιδο" εξ Αθηνών!
Αιθέριο πλάσμα! Μαύρο μαλλί μέχρι την μέση,κορμί θανατηφόρο,ποδιά ραμμένη σε Τσεκλένη κι ενα πράσινο χρώμα ματιών που σε ταξίδευε στην θάλασσα των Σαργάσσων!
Αγνόησε την καθηγήτρια που της πρότεινε μια θέση περιωπής, ψέλλισε κάτι και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Γεια -είπε- Μ.Ο.με λένε.
Π.Β.,μουρμούρισα και λούφαξα στην γωνιά μου...
...στην πορεία ανακάλυψα πως το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών που φοιτούσαμε μαζί σ'αυτό το κολέγιο ήταν παιδιά των επιφανών στελεχών της κυβέρνησης του 1967.Η Μ.Ο. ανήκε στο "τεχνικό μέρος της ιστορίας".Ο πατέρας της ήταν επόπτης δημοσίων έργων στην Β. Ελλάδα.
Οπως κολλήσαμε μαζί,κολλήσανε και οι γονείς μας, κάναμε πολλές επαναστάσεις και πήραμε μαζί την πρώτη δεκαήμερη αποβολή που γράφτηκε στα πρακτικά του κολεγίου.
Η μάνα μου και η μάνα της έκαναν σύσκεψη εκτάκτου ανάγκης και μας κλείδωσαν, μη επιτρέποντας να ειδωθούμε εκτός σχολείου προς συμμόρφωση. Μάταια!!!
Κάναμε απεργία πείνας... και σε 3 μέρες ξαναείμασταν μαζί.
Με την Μ.Ο. ζήσαμε πολλά της εφηβείας γεγονότα.
Μέσα στην μικρή κοινωνία της τότε Θεσσαλονίκης είμασταν πάντα οι επίτιμες καλεσμένες στα πάρτι των γόνων των κυβερνούντων χουντικών.
Για τα παιδιά είμασταν οι θεές που αποτόλμησαν να πάνε ενάντια στο σύστημα και έφαγαν την 10ημερη αποβολή. Για τους γονείς τους,η Μ.Ο. ήταν η κόρη του διευθυντή των δημοσίων έργων κι εγώ ήμουν ο δεύτερος καλύτερος βαθμός του κολεγίου.
Πέρασα πολλές φορές την παραλιακή μέχρι το σπίτι μου σε μαύρα αυτοκίνητα με συνοδεία μοτοσικλετιστών αστυνομικών όταν μας έστελναν στο σπίτι μετά τα πάρτυ προς ασφάλεια μας.
Η μάνα μου η Τασία πάντα ξινιζόταν όταν με έφερναν υπό συνοδεία, μέσα από τα δόντια μουρμούριζε και έφτυνε ένα κομματιασμένο "ευχαριστώ" αλλά τότε δεν ήξερα το γιατί...
Τότε ήμουν παιδί ακόμα,θύμα, ακόμα ψώνιο...
...και τα χρόνια πέρασαν!
Το σχολείο τελείωσε. Η Μ.Ο. έφυγε στην Ελβετία.Πέρασε ένα πολύ άσχημο πρόβλημα υγείας.Μάθαινα τα νέα από την μητέρα της.Δεν ήθελε να έχει επαφές με κανένα μας από την παλιά παρέα (τόσο πολύ πληγώθηκε αυτό το ατίθασο αιθέριο πλάσμα από ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί).
Η πρώην γαντοφορεμένη παραστάτρια έστρωσε τον κώλο της στο διάβασμα γιατί είχε λόξα με την ιατρική.
Δεν πέρασε! Ενώ ήταν σίγουρη πως τα είχε καταφέρει.
Εκανε άλλη μια επανάσταση και την κοπάνησε στην Ιταλία.
Οταν πια τα βόλεψε όλα και βρήκε την άκρη να επιβιώσει,πολύ πολύ αργότερα ο δάσκαλος (πατέρας της) της ομολόγησε πως το αγαπημένο παιδί των χουντικών πάρτι δεν ήταν δυνατόν να περάσει στο πανεπιστήμιο με μια μάνα φακελωμένη μέχρι τα μπούνια, γενεών πολλών κομουνίστρια. Εμ!! γι'αυτό ξινιζόταν τότε η Τασία!
Αργότερα έμαθε πως μπορούσε να έχει ένα "θρανίο" στην κτηνιατρική. Δεν το πήρε! Είχε πια σταματήσει να πιστεύει πως είναι "θύμα" αλλά ακόμα μάλλον μεγάλο ψώνιο ήταν!
Και οι επαναστάσεις συνεχίστηκαν κι έφτασε το σήμερα και το χθεσινό ψώνιο αναρωτιέται τι τελικά έγινε?
Αφού ακόμα τα ίδια συμβαίνουν μετά από 40 χρόνια.
Αλήθεια γιατί γιορτάζουμε την 25 Μαρτίου? Για πια επανάσταση μιλάμε? Κατά του αφέντη της Τουρκιάς? Πετάξαμε δηλαδή το πασουμάκι με τις πούλιες και βάλαμε παπούτσι από τον τόπο μας (κι ας είναι μπαλωμένο) να ρίχνει την κλωτσιά στα αχαμνά μας! Παρηγορηθήκαμε και εφησυχάσαμε με τους ομογενείς αφεντάδες μας!
Μαζόχες είμαστε τελικά εμείς οι Έλληνες?
Σε χουντικά καθεστώτα ζούμε πάντα.Τα θέλει ο κώλος μας...
Κατέληξα να πιστεύω πια, πως δεν είμαστε "θύματα" είμαστε "ψώνια".
Οχι απλά "ψώνια"...
ΨΩΝΑΡΕΣ!!!!
Ο Βάρναλης έγραψε...
Ο Ξυλούρης τραγούδησε...
Εγω αηδίασα με τα όσα είδα...
Τα σχόλια δικά σας...
Η επαναστάσεις όλων μας...
Το 1821 βέβαια δεν το έζησα οπότε πως θα μπορούσα να έχω αναμνήσεις,γνώμη και άποψη?
Το 1967 όμως το βίωσα μέσα από τα 13 χρόνια της ζωής που περπατούσα.
Εγώ το χωριατόπαιδο που σεργιάνιζα τους μαχαλάδες και κυλιόμουν στην λάσπη για να κυνηγάω τα πληγωμένα σκυλιά για να τα πάω στην Μαρίκα να τα γιάνει,εγώ η επαναστάτρια με τα γόνατα που πάντα έτρεχαν αίματα από τον πετροπόλεμο με τα αγόρια, εγώ που άλειφα τις γάτες με πετρέλαιο για να σκοτωθούν οι ψύλλοι, όταν η Μαρίκα προσπαθούσε με τον ίδιο τρόπο να εξοντώσει τις ψείρες μου και με κούρευε γουλί,εγώ λοιπόν βρέθηκα ξαφνικά στην πόλη, σ'ένα σχολείο πίτα στην γκλαμουριά!
Μαράζωσα και βούλιαξα στην δυστυχία μου,αλλά παράτησα το χέρι της μάνας μου και προχώρησα αποφασιστικά στην αυλή δίχως να γυρίσω να την κοιτάξω, όταν πρότεινε σ'ενα ευτραφές κοριτσάκι να με κατατοπίσει επί των πραγμάτων κι εκείνο με δυσφορία συμφώνησε,μόνο από ευγένεια,χωρίς ίχνος παιδικής αγάπης (αργότερα έμαθα πως ήταν η καλύτερη μαθήτρια αλλά το σηκωμένο χέρι στην παρέλαση,της το έφαγα. Οχι που θα της την χάριζα την απαξίωση που μου έδειξε η πρωτευουσιάνα. Για όλα τα χρόνια αργότερα σήκωνα το γαντοφορεμένο χέρι στις παρελάσεις).
Κάθισα στο τελευταίο θρανίο μόνη.Δυο άλλα άδεια υπήρχαν πιο μπροστά.
Και ξάφνου εμφανίστηκε το άλλο "χωριατόπαιδο" εξ Αθηνών!
Αιθέριο πλάσμα! Μαύρο μαλλί μέχρι την μέση,κορμί θανατηφόρο,ποδιά ραμμένη σε Τσεκλένη κι ενα πράσινο χρώμα ματιών που σε ταξίδευε στην θάλασσα των Σαργάσσων!
Αγνόησε την καθηγήτρια που της πρότεινε μια θέση περιωπής, ψέλλισε κάτι και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Γεια -είπε- Μ.Ο.με λένε.
Π.Β.,μουρμούρισα και λούφαξα στην γωνιά μου...
...στην πορεία ανακάλυψα πως το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών που φοιτούσαμε μαζί σ'αυτό το κολέγιο ήταν παιδιά των επιφανών στελεχών της κυβέρνησης του 1967.Η Μ.Ο. ανήκε στο "τεχνικό μέρος της ιστορίας".Ο πατέρας της ήταν επόπτης δημοσίων έργων στην Β. Ελλάδα.
Οπως κολλήσαμε μαζί,κολλήσανε και οι γονείς μας, κάναμε πολλές επαναστάσεις και πήραμε μαζί την πρώτη δεκαήμερη αποβολή που γράφτηκε στα πρακτικά του κολεγίου.
Η μάνα μου και η μάνα της έκαναν σύσκεψη εκτάκτου ανάγκης και μας κλείδωσαν, μη επιτρέποντας να ειδωθούμε εκτός σχολείου προς συμμόρφωση. Μάταια!!!
Κάναμε απεργία πείνας... και σε 3 μέρες ξαναείμασταν μαζί.
Με την Μ.Ο. ζήσαμε πολλά της εφηβείας γεγονότα.
Μέσα στην μικρή κοινωνία της τότε Θεσσαλονίκης είμασταν πάντα οι επίτιμες καλεσμένες στα πάρτι των γόνων των κυβερνούντων χουντικών.
Για τα παιδιά είμασταν οι θεές που αποτόλμησαν να πάνε ενάντια στο σύστημα και έφαγαν την 10ημερη αποβολή. Για τους γονείς τους,η Μ.Ο. ήταν η κόρη του διευθυντή των δημοσίων έργων κι εγώ ήμουν ο δεύτερος καλύτερος βαθμός του κολεγίου.
Πέρασα πολλές φορές την παραλιακή μέχρι το σπίτι μου σε μαύρα αυτοκίνητα με συνοδεία μοτοσικλετιστών αστυνομικών όταν μας έστελναν στο σπίτι μετά τα πάρτυ προς ασφάλεια μας.
Η μάνα μου η Τασία πάντα ξινιζόταν όταν με έφερναν υπό συνοδεία, μέσα από τα δόντια μουρμούριζε και έφτυνε ένα κομματιασμένο "ευχαριστώ" αλλά τότε δεν ήξερα το γιατί...
Τότε ήμουν παιδί ακόμα,θύμα, ακόμα ψώνιο...
...και τα χρόνια πέρασαν!
Το σχολείο τελείωσε. Η Μ.Ο. έφυγε στην Ελβετία.Πέρασε ένα πολύ άσχημο πρόβλημα υγείας.Μάθαινα τα νέα από την μητέρα της.Δεν ήθελε να έχει επαφές με κανένα μας από την παλιά παρέα (τόσο πολύ πληγώθηκε αυτό το ατίθασο αιθέριο πλάσμα από ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί).
Η πρώην γαντοφορεμένη παραστάτρια έστρωσε τον κώλο της στο διάβασμα γιατί είχε λόξα με την ιατρική.
Δεν πέρασε! Ενώ ήταν σίγουρη πως τα είχε καταφέρει.
Εκανε άλλη μια επανάσταση και την κοπάνησε στην Ιταλία.
Οταν πια τα βόλεψε όλα και βρήκε την άκρη να επιβιώσει,πολύ πολύ αργότερα ο δάσκαλος (πατέρας της) της ομολόγησε πως το αγαπημένο παιδί των χουντικών πάρτι δεν ήταν δυνατόν να περάσει στο πανεπιστήμιο με μια μάνα φακελωμένη μέχρι τα μπούνια, γενεών πολλών κομουνίστρια. Εμ!! γι'αυτό ξινιζόταν τότε η Τασία!
Αργότερα έμαθε πως μπορούσε να έχει ένα "θρανίο" στην κτηνιατρική. Δεν το πήρε! Είχε πια σταματήσει να πιστεύει πως είναι "θύμα" αλλά ακόμα μάλλον μεγάλο ψώνιο ήταν!
Και οι επαναστάσεις συνεχίστηκαν κι έφτασε το σήμερα και το χθεσινό ψώνιο αναρωτιέται τι τελικά έγινε?
Αφού ακόμα τα ίδια συμβαίνουν μετά από 40 χρόνια.
Αλήθεια γιατί γιορτάζουμε την 25 Μαρτίου? Για πια επανάσταση μιλάμε? Κατά του αφέντη της Τουρκιάς? Πετάξαμε δηλαδή το πασουμάκι με τις πούλιες και βάλαμε παπούτσι από τον τόπο μας (κι ας είναι μπαλωμένο) να ρίχνει την κλωτσιά στα αχαμνά μας! Παρηγορηθήκαμε και εφησυχάσαμε με τους ομογενείς αφεντάδες μας!
Μαζόχες είμαστε τελικά εμείς οι Έλληνες?
Σε χουντικά καθεστώτα ζούμε πάντα.Τα θέλει ο κώλος μας...
Κατέληξα να πιστεύω πια, πως δεν είμαστε "θύματα" είμαστε "ψώνια".
Οχι απλά "ψώνια"...
ΨΩΝΑΡΕΣ!!!!
Ο Βάρναλης έγραψε...
Ο Ξυλούρης τραγούδησε...
Εγω αηδίασα με τα όσα είδα...
Τα σχόλια δικά σας...
Η επαναστάσεις όλων μας...
Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008
Αχ αυτή η Φωτεινή!
Κατάφερε και άναψε πυρκαγιές στις αναμνήσεις με μια πρόσκληση για ένα νέο παιχνίδι. Το ερώτημα ήταν:
"Με πιο τραγούδι θα έλεγες σ' αγαπώ στον σύντροφό σου ή σε κάποιον που σε ενδιαφέρει".
Οι κανόνες του παιχνιδιού βρίσκονται εδώ , αλλά θα τους παραβλέψω για μία ακόμα φορά, όπως έκανα πάντα στη ζωή μου!
Με αυτό το τραγουδάκι αλληλοειπώθηκε το σ'αγαπώ με τον Κ. Φοιτητής εκείνος στην Ιταλία, μαθήτρια ακόμα εγώ εδώ. Το ακούω ακόμα, μετά από 37 χρόνια...Τον Κ. σταμάτησα να τον ακούω πριν 15 χρόνια.
Lucio Battisti:i giardini di Marzo
Και ερχόμαστε στο παρόν...
Τώρα βέβαια, αν μου "τύχει" κανένας ξεχασμένος, το μόνο που θα μπορούσα να του πω μέσα από ένα τραγούδι είναι αυτό: Ίλεος, ίλεος, ίλεος!
Αν καταλάβαινε τί εννοούσα και ήθελε να ανταποκριθεί, θα συνέχιζα τραγουδώντας ΑΛΛΗΛΟΥΥΥΥΥΥΥΥΙΑΑΑΑΑΑΑ!
Νίκος Ξυλούρης:Ζαβαρακατρανέμια
Μαριαλένα μου, η σειρά σου!
Μελωμένε μου τραγουδάκι ζητώ!
Χαντρένια ξέρω πως σε πρόλαβαν άλλοι...αλλά αν μπορείς κάνε μας ένα δωράκι ακόμα.
"Με πιο τραγούδι θα έλεγες σ' αγαπώ στον σύντροφό σου ή σε κάποιον που σε ενδιαφέρει".
Οι κανόνες του παιχνιδιού βρίσκονται εδώ , αλλά θα τους παραβλέψω για μία ακόμα φορά, όπως έκανα πάντα στη ζωή μου!
Με αυτό το τραγουδάκι αλληλοειπώθηκε το σ'αγαπώ με τον Κ. Φοιτητής εκείνος στην Ιταλία, μαθήτρια ακόμα εγώ εδώ. Το ακούω ακόμα, μετά από 37 χρόνια...Τον Κ. σταμάτησα να τον ακούω πριν 15 χρόνια.
Lucio Battisti:i giardini di Marzo
Και ερχόμαστε στο παρόν...
Τώρα βέβαια, αν μου "τύχει" κανένας ξεχασμένος, το μόνο που θα μπορούσα να του πω μέσα από ένα τραγούδι είναι αυτό: Ίλεος, ίλεος, ίλεος!
Αν καταλάβαινε τί εννοούσα και ήθελε να ανταποκριθεί, θα συνέχιζα τραγουδώντας ΑΛΛΗΛΟΥΥΥΥΥΥΥΥΙΑΑΑΑΑΑΑ!
Νίκος Ξυλούρης:Ζαβαρακατρανέμια
Μαριαλένα μου, η σειρά σου!
Μελωμένε μου τραγουδάκι ζητώ!
Χαντρένια ξέρω πως σε πρόλαβαν άλλοι...αλλά αν μπορείς κάνε μας ένα δωράκι ακόμα.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008
Σελίδα 123....
...παράγραφοι 5-6-7.
Αχ ,αυτή η σελίδα 123!
Πρώτα η Φαραώνα μου την ζήτησε.
Την μετέφερα για όλους τους συνοδοιπόρους μου και επισκέπτες στο καμαράκι των Ανώνυμων Μελαγχολικών.Είναι από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία.Είναι από τις λέξεις που με ταξιδεύουν μέσα από τα νοήματα που πασχίζω να οριοθετήσω μέσα στην απλή και σύντομη ζωή μου.Είναι φως,είναι έκσταση,είναι ανθρώπινη αναζήτηση και αγάπη που την θέλω,να την πάρω και να την δώσω...την απαιτώ από τον συνάνθρωπο μου κι ας την απαιτήσει κι εκείνος από εμένα!
Κι έπειτα ήρθε ο Μελωμένος μαζί με τις νεράιδες του για να με χορέψουν ξανά στα πισωγυρίσματα του νου που αργοπεθαίνουν με το πέρασμα του χρόνου,να με πάρουν αγκαλιά και να με ταξιδέψουμε πίσω,πολύ πίσω στον χρόνο,πίσω στις αναζητήσεις της εφηβείας μου.
Πέρασαν ολάκεροι καιροί από τότε,Νεραιδοπαρμένε μου, αλλά ο χρόνος μένει στάσιμος όταν η ψυχή εξακολουθεί να ζει στην απεραντωσύνη της νιότης μέσα από γλυκόπικρες αναμνήσεις,σταθμούς γεγονότων,θυσίες και ενοχές.
Γιατί πάντα η 123 σελίδα στα δικά μου βιβλία βγάζει ανθρώπινη πίκρα???
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:Ιδανικοί αυτόχειρες
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,παίρνουν
τα παλιά φυλαγμένα γράμματα τους,
διαβάζουν ήσυχα κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βηματά τους.
Ηταν η ζωή τους,λένε,τραγωδία
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων
τα δάκρυα,ο ιδρώς,η νοσταλγία
των ουρανών,η ερημιά των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο,κοιτάνε
τα δέντρα,τα παιδιά,πέρα την φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Πέμπτος,έκτος και έβδομος στίχος στην 123 σελίδα από τα άπαντα του ποιητή,που συντρόφεψε και συντροφεύει ακόμα τις αναζητήσεις μου για τα νοήματα και την ουσία της ζωής που μας έμελλε να διαβαίνουμε.
Με την σειρά μου θα ζητήσω να μοιραστούν μαζί μας συναισθήματα της σελίδας 123 απο αγαπημένα τους βιβλία
1)Μαριαλένα
2)Φωτεινή
3)Νυχτολούλουδο
4)Χάρις
Και η Εschbornitisa
Αχ ,αυτή η σελίδα 123!
Πρώτα η Φαραώνα μου την ζήτησε.
Την μετέφερα για όλους τους συνοδοιπόρους μου και επισκέπτες στο καμαράκι των Ανώνυμων Μελαγχολικών.Είναι από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία.Είναι από τις λέξεις που με ταξιδεύουν μέσα από τα νοήματα που πασχίζω να οριοθετήσω μέσα στην απλή και σύντομη ζωή μου.Είναι φως,είναι έκσταση,είναι ανθρώπινη αναζήτηση και αγάπη που την θέλω,να την πάρω και να την δώσω...την απαιτώ από τον συνάνθρωπο μου κι ας την απαιτήσει κι εκείνος από εμένα!
Κι έπειτα ήρθε ο Μελωμένος μαζί με τις νεράιδες του για να με χορέψουν ξανά στα πισωγυρίσματα του νου που αργοπεθαίνουν με το πέρασμα του χρόνου,να με πάρουν αγκαλιά και να με ταξιδέψουμε πίσω,πολύ πίσω στον χρόνο,πίσω στις αναζητήσεις της εφηβείας μου.
Πέρασαν ολάκεροι καιροί από τότε,Νεραιδοπαρμένε μου, αλλά ο χρόνος μένει στάσιμος όταν η ψυχή εξακολουθεί να ζει στην απεραντωσύνη της νιότης μέσα από γλυκόπικρες αναμνήσεις,σταθμούς γεγονότων,θυσίες και ενοχές.
Γιατί πάντα η 123 σελίδα στα δικά μου βιβλία βγάζει ανθρώπινη πίκρα???
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:Ιδανικοί αυτόχειρες
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,παίρνουν
τα παλιά φυλαγμένα γράμματα τους,
διαβάζουν ήσυχα κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βηματά τους.
Ηταν η ζωή τους,λένε,τραγωδία
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων
τα δάκρυα,ο ιδρώς,η νοσταλγία
των ουρανών,η ερημιά των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο,κοιτάνε
τα δέντρα,τα παιδιά,πέρα την φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Πέμπτος,έκτος και έβδομος στίχος στην 123 σελίδα από τα άπαντα του ποιητή,που συντρόφεψε και συντροφεύει ακόμα τις αναζητήσεις μου για τα νοήματα και την ουσία της ζωής που μας έμελλε να διαβαίνουμε.
Με την σειρά μου θα ζητήσω να μοιραστούν μαζί μας συναισθήματα της σελίδας 123 απο αγαπημένα τους βιβλία
1)Μαριαλένα
2)Φωτεινή
3)Νυχτολούλουδο
4)Χάρις
Και η Εschbornitisa
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008
14 Φεβρουαρίου...λιγες ώρες μετα!
1977 ..Φλεβαρης..
...φεύγοντας απο την Padova κείνο το μεσημέρι, έφτασα στο Menstre χάρη στον Roberto και τα χρήματα που μου δάνεισε η σινιόρα Μαργαρίτα -η μάνα του-για να πάρω το τραίνο για την πατρίδα. Οι απεργίες λυμαίνονταν την χώρα τότε.Δύσκολοι καιροί για τα φοιτητάκια.
Voglio stare qui con noi:είπε
Devo andare:είπα....
Το τραίνο ήταν έτοιμο να φύγει όταν άφησε τα χέρια μου και έβγαλε δυο τριαντάφυλλα από την εσωτερική τσέπη του παλτό του.Στο διπλανό κάθισμα τα άφησε και το μόνο που είπε ήταν:Ριξτα στο πρώτο τρεχούμενο νερό που θα δεις όταν θα μπεις στην πατρίδα σου. Una rosa ritorna di me.L'altra stai con te,come la mia anima.....
Οταν πέρασα τα σύνορα ήταν νύχτα ακόμα,Ανοιξα το παράθυρο...έβρεχε...περίμενα ώρα να ακούσω την βουή από τα νερά του Αξιού(βαρδαρ)Πέταξα τα rosa και κουλουριάστηκα στο κάθισμα,μέχρι που ανακάλυψα πως δεν ήταν η βροχή αλλά τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο μου...
....είδα την Τασία(η μάνα μου)να με περιμένει στο παγκάκι στο σταθμό.Γύρω στις 5 το πρωί ηταν..
Την αγκάλιασα και ξαναεκλαψα.....πικρά,πολύ πικρά,,,
Είχε ξημερώσει πια 14 του Φλεβάρη....
L'ultima parola che ha cantanto all'mio cuore era......
io ti amo, davero...ti amo, si ti amo.....
(Οπως δημοσιεύτηκε ένα χρόνο πριν στους Ανώνυμους Μελαγχολικούς)
...φεύγοντας απο την Padova κείνο το μεσημέρι, έφτασα στο Menstre χάρη στον Roberto και τα χρήματα που μου δάνεισε η σινιόρα Μαργαρίτα -η μάνα του-για να πάρω το τραίνο για την πατρίδα. Οι απεργίες λυμαίνονταν την χώρα τότε.Δύσκολοι καιροί για τα φοιτητάκια.
Voglio stare qui con noi:είπε
Devo andare:είπα....
Το τραίνο ήταν έτοιμο να φύγει όταν άφησε τα χέρια μου και έβγαλε δυο τριαντάφυλλα από την εσωτερική τσέπη του παλτό του.Στο διπλανό κάθισμα τα άφησε και το μόνο που είπε ήταν:Ριξτα στο πρώτο τρεχούμενο νερό που θα δεις όταν θα μπεις στην πατρίδα σου. Una rosa ritorna di me.L'altra stai con te,come la mia anima.....
Οταν πέρασα τα σύνορα ήταν νύχτα ακόμα,Ανοιξα το παράθυρο...έβρεχε...περίμενα ώρα να ακούσω την βουή από τα νερά του Αξιού(βαρδαρ)Πέταξα τα rosa και κουλουριάστηκα στο κάθισμα,μέχρι που ανακάλυψα πως δεν ήταν η βροχή αλλά τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο μου...
....είδα την Τασία(η μάνα μου)να με περιμένει στο παγκάκι στο σταθμό.Γύρω στις 5 το πρωί ηταν..
Την αγκάλιασα και ξαναεκλαψα.....πικρά,πολύ πικρά,,,
Είχε ξημερώσει πια 14 του Φλεβάρη....
L'ultima parola che ha cantanto all'mio cuore era......
io ti amo, davero...ti amo, si ti amo.....
(Οπως δημοσιεύτηκε ένα χρόνο πριν στους Ανώνυμους Μελαγχολικούς)
Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2007
Αισθήσεις και αισθήματα:Οι αγάπες μου.
Η Laura.
Οταν ο υπολογιστής βρήκε θέση στο γραφείο της Μαρίας,το μόνο που ήξερα να κάνω ήταν να παίζω πασιέντζες.Πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι που θέλοντας να μάθω για την αρρώστια της"αγαπημένης μου"άρχισα να κολυμπάω λίγο-λίγο και πιο βαθιά στο διαδίκτυο. Κάπως έτσι γνώρισα τα blog τέτοιον καιρό,και κάποιους ανθρώπους που προσπαθούσαν να με ωθήσουν να γίνω συντροφιά τους στον χώρο αυτό.
Άργησα να το κάνω, όχι από δειλία ή ντροπή αλλά γιατί δεν ήξερα τι να γράψω.Στην έκθεση ήμουνα πάντα κουμπούρας,αλλά αν ήταν να γράψω για τα δικά μου παραμύθια ή τα δικά μου συναισθήματα έπαιρνα φόρα και το 20σάρι ήταν εξασφαλισμένο.Για τις εκθέσεις κρίσεως μου βάζανε την βάση λίαν επιεικώς.
Έτσι άρχισα κι εδώ να γράφω-δεν έχει πολύ καιρό-κάποια μέρα που είχα τα γενέθλια μου και χόρευα με τις αναμνήσεις μου και τα συναισθήματα μου.
Αυτές τις μέρες κάτι με παιδεύει.Κάτι με ταράζει.
Ο Μέρλιν δεν υπάρχει πια και η συντρόφισσα του προσπαθεί να παρηγορηθεί.
Μόνο όσοι έχασαν κάποια ψυχούλα μπορούν να καταλάβουν.Ολοι οι άλλοι θα πουν"σιγά και τι έγινε?"Προσπερνώ τους άλλους και λέω:Υπάρχουν και χειρότερα Ραλού!Αφουγκράσου την κακία των ανθρώπων για να υπερεκτιμήσεις την αγάπη που νιώθεις για να προσφέρεις.
Κάποιος είπε:"για ν' αγαπήσεις τους ανθρώπους πρέπει πρώτα ν' αγαπήσεις τα ζώα"
>>Όταν πέρασα πια όλες τις διαδικασίες για να δω την κοιλιά μου να φουσκώνει και αυτή επέμενε ακόμα να φοράει μπικίνι,ο Δέλτα ήρθε ένα απομεσήμερο και μου είπε.
-Σου έχω μια έκπληξη.Κατέβα στο αυτοκίνητο είναι.
-Και γιατί στο αυτοκίνητο?
-Μήπως και δεν το θέλεις για να το πάω πίσω.
Κατέβηκα...και ανοίγοντας την πίσω πόρτα είδα ένα κατσιασμένο μαύρο,λιπόσαρκο μπαλάκι να με κοιτάει με θολά κατάμαυρα μάτια και να ξεροκαταπίνει τα σάλια του.
-Βρε συ,που το μάζωξες αυτό?
-Πήγαμε με τον Σάκη στον κτηνίατρο να κάνει εμβόλια στην Πουφ(πιο αλμπάνη και απάνθρωπο κτηνίατρο δεν γνώρισα και το΄παιζε ο μα....κας φίρμα με τα εκτροφεία και τα πετιγκρή και σκατά στα μούτρα μας, και να οι άλλοι οι μα...κες οι νεόπλουτοι Θεσσαλονικεις βλάχοι να τον προσκυνάνε σαν τον Βούδα)και το είχε στο κλουβί γιατί η μάνα του πέθανε στην γέννα και έζησε μόνο αυτό απο τα 8 και το πουλάει μισοτιμής.
Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Ετοιμη να σκίσω τα ρούχα μου ήμουν.
-Τι πουλάει ρε Δέλτα?Τα κόκκαλα του τροφή για άλλα σκυλιά η τα παράσιτα για να κάνουμε σούπα?
Η μαυρόμπαλα λούφαξε και ο Δέλτα είπε:Τι να κάνω?να το πάω πίσω?
Ασε,μαζί θα πάμε.Και πήγαμε....Και έγινε το έλα να δεις!Ηθελε και 30.000 χιλιαρικα ο ελεεινός,μισοτιμής γιατί ήταν-λέει-Αλσατίας μαύρο με χαρτιά και κιτάπια.Οταν με ξεμονάχιασε ο βοηθός του(φοιτητής που με ήξερε από τα σούρτα φέρτα μου στην πανεπιστημιακή για τα αδέσποτα μου)και μου είπε για την μάνα,που την παράτησε κάποιος προς φύλαξη και έφυγε στο εξωτερικό,κλεισμένη σ'ένα κλουβί με ενα ξεροκόματο και λίγο γάλα(δεν ήταν απόλυτα καθαρή η ράτσα για εμπορία).Ετσι την παράτησε και ο εν λόγω φιρμάτος κτηνίατρος και ...πέθανε η άμοιρη στην γέννα και μόνο αυτό το κακότυχο έζησε,και πράγματι ήταν κακότυχο,άσχετα αν η τύχη του χαμογέλασε λίγο όταν συναντηθήκαμε.
Αυτο ήταν και το τελικό μπαρούτιασμα που έφαγα.Του'ριξα το πιο ευγενικό,καταπέλτη, βρίσιμο μου του πέταξα και δέκα χιλιάρικα για τα εμβόλια(3οο δραχ.κόστιζαν τότε),του είπα να μου κάνει μήνυση αν θέλει,...και έφυγα με το σκυλί στο πίσω κάθισμα ακόμα.
Αφού στην τσατίλα μου επάνω ξέχασα και τον Δέλτα που γύρισε με ταξί.
Μέχρι να έρθει ο Δ.την είχα πλύνει και την πασάλειβα bolfo.To πουπουσάκι(γάτα άσπρη,Αγκύρας,γαλανομάτα,θεόκουφη και στείρα,παραφυλούσε στην πόρτα του μπάνιου με την ουρά φουντωμένη απο νεύρα,η κακίστρω μου η αγαπημένη) και η Σίλι,ημίαιμο κανίς-τεριέ και οτι άλλο νάναι,ραχάτευε στο κρεβάτι η σεβνταλού μου.
-Θα πάρω τηλ.τον Βασίλη να μας πει τι να κάνουμε
-Να πάρεις γιατί δεν το βλέπω καλά το ζωντανό,και θα φταις εσύ για τα βάσανα που μου δημιουργείς.
Το ζωντανό είχε απ'όλα τα ελέη του Θεού.Παράσιτα,ψώρα,αβιταμίνωση,γρίπη,εντερολοίμωξη και πάει λέγοντας.Αλλά ό Βασίλης και η κυρα-παναγιώτα άλλα κέλευαν.Την γιάτρεψαν,την τάισαν, την αγάπησαν και ο Δέλτα την κοίμιζε αγκαλιά τα βράδια γιατί είχε εφιάλτες και ούρλιαζε....καθώς η κοιλιά που φορούσε ακόμα μπίκίνι άρχισε να φουσκώνει.
Ο Δέλτα την ονομάτισε Laura.Ισως απο την Laura στο dr zivago ή από τήν Laura Mars.Ισως...?Σημασία έχει πως την αγαπούσε πάνω απ'όλα τα ζωντανά που είχαμε.Κι εκείνη είχε γίνει ένα θηρίο με κάτι πόδια ίσα με το μπράτσο μου,που τον κυνηγούσε,ατσούμπαλη όπως ήταν για να τον ρίξει στο πάτωμα και να κάνουν αγκαλιές.
Η laura μεγάλωνε μαζί με την"κοιλιά" και μετακόμισε στον υπαίθριο εργασιακό μας χώρο,οταν giotavita αποφάσισε να πάρει τα ζώα της και να μετακομίσει κι αυτή.
-Δεν αισθάνομαι καλά στην πόλη.Με πειράζει το καυσαέριο.
-Βρε καλή μου,βρε χρυσή μου πρέπει να είσαι κοντα στον γιατρό,αφού έχεις πρόβλημα.
-Δεν έχω τίποτα,θα μου βρεις σπίτι δίπλα στο κύμα και να έχει αυλή.
-Κι αν δεν έχει αυλή?
-Θα έχει.Σπίτι χωρίς αυλή τι να το κάνω?
Κι έτσι η GV βρήκε την αυλή,έβλεπε και την Laoura κάθε μέρα,μάζεψε και το κάθε παρατημένο και άτυχο ζωντανό,είχε και το κτήμα του μαγαζιού για τις αποθεραπείες και την φιλοξενία των ορφανών και έτριβε την κοιλιά της απο ευχαρίστηση,άσχετα αν ο Βασίλης ούρλιαζε για το τοξόπλασμα και της έπαιρνε αίμα κάθε σ/κ που τους επισκεφτόταν με την οικογενεια του,κι άσχετα αν ο Δ είχε καταντήσει μαραγκός φτιαχνοντας σπιτάκια.
Η laoura δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνη(ίσως να πέρασε και εγκεφαλικό απο την αβιταμίνωση και την έλλειψη ασβεστίου που είχε σαν μωρό-είπε ο Βασίλης-)Ηταν όμως καλόβολη και συνεργάσιμη.Αναγνώριζε τους αρχηγούς ανάμεσα στους συγκάτοικους της,αλλά ήξερε πως αυτή είναι που θα κάτσει στην αγκαλιά των"ανθρώπων"Δεν το έκανε επιδεικτικά.Εσκυβε το κεφάλι και ξεφυσούσε μέχρι να πάρει το κάλεσμα.Κι οταν το έπαιρνε, έπεφτε με την κοιλιά στο χώμα και σερνόταν προς το"αφεντικό"για να μην προσβάλλει κανέναν.Τα τετράποδα της το αναγνώριζαν.Κανένα δεν τόλμησε ν'ακουμπήσει την Laoura αν δεν ήθελε αυτή στον καιρό του οίστρου.Αυτό την έφαγε την Laoura.Η αγάπη της για τούς άνθρωπους.
Τότε δεν υπήρχαν κονσέρβες και τροφές για τα ζώα.Ο Δέλτα είχε γίνει ο καλύτερος επί της σίτισης των ζωντανών,έχοντας επαφές με όλες τις ταβέρνες της περιοχής και πληρώνοντας στην ανάγκη ακόμα και για τα αποφάγια,όμως έβραζα κ'εγώ την μαρμίτα κατά κόρον.
Μέσα στον χειμώνα γέννησε η Bella στην αυλή(άλλη μια αδέσποτη αγάπη αυτή)Κράτησα την Μπιμούκα(τοπική διάλεκτος που σημαίνει"μπόλικη")και την έστειλα να κάνει παρέα στην laoura.Ηταν ένα αυθεντικό τσομπανόσκυλο γεμάτο καλοσύνη και τεμπελιά.Εγινε ο άγρυπνος φρουρός της Laoura αλλά δεν μπόρεσε τελικά να την σώσει.
Το καλοκαίρι περνούσε κι έπρεπε να γεννήσω κι εγώ κάποια στιγμή.Ο Δέλτα απειλούσε πως θα με παρατήσει και θα φύγει στην Θεσ/νίκη χωρίς έμένα(η αλήθεια είναι πως του είχα φέρει τ'απάνω κάτω)Τα ζώα μου,έλεγα,που θα τα αφήσω?Ολοι μ΄αγαπουσαν στο χωριό,γιατί τους αγάπησα κι εγώ απο την ώρα που πήγα(πολλές ιστορίες αγάπης αυτές,θα έρθει και η σειρά τους). Ολοι έβαλαν το χέρι τους για να γίνει το καλύτερο.Η Αννα κράτησε τον Τίγρη που τον βύζαξε στην αυλή η Bella τυφλό νιογέννητο ακόμα γατί.Η κυρα-Κατίνα τα δίδυμα μαύρα και η Τασούλα η σπιτονοικοκυρά μου,πήρε βόλτα τα μαντριά και χάριζε καλά σκυλιά σε καλούς ανθρώπους.
Οταν έφυγα μόνο η Μπιμούκα και η Λάουρα είχαν μείνει στον περιφραγμένο εργασιακό μας χώρο και ο Γιώργης είχε αναλάβει την τροφοδοσια.
Και γέννησα,και όλα πήγαν κατ' ευχήν θεού,και ξεπέρασα τα προβλήματα και έχοντας ημερών ακόμα το Μαράκι μου,είπε ο Δέλτα να πάει να κάνει κάποιες δουλειές στον χώρο μας και να δει και τα σκυλια μήπως χρειάζονται κάτι άλλο,εκτός από τροφή.
Σε 3-4 ώρες χτυπησε το τηλ.
-Δωσ' μου τον αριθμο του Βασίλη.
-Τι τρέχει?τι τον θέλεις τον Βασίλη?
-Να..χουμ.χρουφ.να ρωτήσω για τα εμβόλια πότε είναι να γίνουν.
-Πάρε με σε λίγο να το βρώ.
Με ξαναπήρε και του το έδωσα.
Με ξαναπήρε σε λίγο.
-Δεν βρίσκω τον Βασίλη,έχεις καναν κτηνίατρο τώρα απο τους φίλους σου να μιλήσω μαζί του?
Εκεί άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια.
-Λέγε τι έγινε?
-Η Λάουρα δεν είναι καλά,ισως την δάγκασε κάνα φίδι.
-Πάνε στην Κική και ζήτα ατροπίνη ούρλιαξα,και depo-mendrol.Και πες της να κανονίσει την δόση.
-Μην ανησυχείς ,θα το ρυθμίσω...και έκλεισε το τηλ.
Πηγαινοερχόμουν σαν το θηρίο στο κλουβί ώσπου κάποια στιγμή αργά το απόγευμα μίλησα με τον Βασίλη........
.....περίμενα μέχρι που τηλεφώνησε ο Δέλτα. Εκλαιγε....
-Σε 2-3 ώρες θα είμαι σπίτι,είπε μες'απο τα αναφιλητά του.
-Εδω είμαι,περιμένω μουρμούρισα και με έπιασε κι έμενα το παράπονο.
Ηρθε όντως μετά απο 3 ώρες.Ετρεμε και τα μάτια του από γαλάζια ήταν κατακόκκινα. Εβγαλε το μπουφάν του και παρατήρησα πως ήταν γυμνός απο μέσα.
-Βάλε μου κάτι να πιω σε παρακαλώ,είμαι πολύ κουρασμένος.
Εβαλα ενα μπουκάλι κρασί μπροστά του
-Παω να δω το μωρό αν κοιμήθηκε
Δικαιολογία ήταν για να τον αφήσω να συγκροτηθει.
Γύρισα και κάθισα απέναντι του.Οχι δίπλα του. Έπρεπε να το ξεπεράσει. Ήξερα τι έγινε αλλά δεν ήταν αυτό που έμελλε ν' ακούσω.
Πέρασε πολύ ώρα μέχρι ν' αρχίσει ο Δ.να μονολογεί ανοίγοντας και το δεύτερο μπουκάλι.
...ξεκλείδωσα την πόρτα και τα ζώα δεν ήρθαν να με προϋπαντήσουν. Πήγα πίσω στα σπιτάκια,η Μπιμούκα ήταν άφαντη και η Λάουρα σερνόταν για να έρθει κοντα μου όπως έκανε πάντα,έκατσα στα γόνατα να την περιμένω και το ζώο έβγαλε μια κραυγή,έπεσε στο χώμα και άρχισε να βογγάει.Την πλησίασα και την πήρα αγκαλιά.Βογκούσε και αλυχτούσε γλύφοντας τα χέρια μου και χαϊδεύοντας την διαπίστωσα πως η κοιλιά της ήταν γεμάτη σκάγια.Τότε σου τηλεφώνησα και έψαχνα τον Βασίλη.
Δεν μιλούσα.Τον άφηνα να ξετυλίγει τον πόνο για να βρει την ανακούφιση(Δεν ξέρω αν την βρήκε ποτέ την ανακούφιση,άλλωστε δεν είμαστε πια μαζι κοντα 20 χρόνια,τον πόνο όμως τον έκρυψε καλά εκείνον τον καιρό για να μην μάθω ποιός το έκανε)
-Πήγα και πήρα τον Γιώργη για να την κρατάει πανω στην μηχανή και πήγαμε στην Α.....α.Ο κτηνίατρος έλειπε.Πήγα στην Κική και ηταν και ο Τ.εκεί(γιατρός)τηλεφωνήσαμε μαζί στον Βασίλη που καθοδήγησε τον Τ. να κάνει μια σωματική εξέταση στην Λάουρα.Το σκυλί ήταν σαν σουρωτήρι απο τα σκάγια.Τα μάτια του είχαν αρχίσει να ματώνουν γιατί χτυπήθηκαν και οι βολβοί και ο εγκέφαλος άρχισε να δυσλειτουργεί γιατί είχε πια χάσει σιγα σιγα πολύ αίμα απο το πρωί.
-Το ζώο πρέπει να εγχειριστεί,είπε ο Βασίλης
-Ποιος θα το κάνει?ειπε ο Δ
-Θα έχεις ένα σκύλο-φυτό. Δεν προλαβαίνεις να το φέρεις εδώ?
-Τι να κάνω?
-Ευθανασία και γρήγορα,θ' αρχίσει να υποφέρει πολύ το ζωντανό.
Κοίταξα τον Τ. και μου είπε πως δεν έχει αρκετή πεντοθάλη για να αρχίσει μια τέτοια διαδικασία.
Ενα τηλεφωνημα παρακάλεσα να κάνω πριν φύγω με την Λάουρα αγκαλιά.
Ο Γιώργης ήρθε μαζί μου μέχρι το σπιτάκι πίσω απο το μαγαζί.
Την πήρα αγκαλιά και ξάπλωσα στο κρεβάτι που κοιμόμασταν μαζι κι'εσύ τα καλοκαιρινά μεσημέρια.Απλώθηκε και κόλλησε επάνω μου βογκώντας και ανατριχιάζοντας,γλύφοντας τα χέρια μου. Οταν η πόρτα άνοιξε,ο Γιώργης είπε:σιγά-σιγά,κάτσε"αδελφέ". Εκείνη αναρίγησε και στριμώχτηκε περισσότερο πάνω μου. Εγώ την αγκάλιασα ακόμα πιο σφιχτά και βουβά έκανα μια ευχή:να είναι ένα κακό όνειρο όλα τούτα. Δεν ήταν έτσι όμως. Ο εφιάλτης τώρα άρχιζε....
Οταν ο "αδελφός"όπλισε την καραμπίνα εκείνη τρεμούλιασε για μια στιγμή, σφίχτηκε το κορμί της σαν ατσάλι και μετά χαλάρωσε σαν ένα λάστιχο που κανείς δεν μπορεί πια να το τεντώσει παραπάνω.Με κοίταξε με τα θολά,γεμάτα σκάγια,μαύρα τυφλά της μάτια,γρύλισε με παράπονο και ακούμπησε την μουσούδα της στον λαιμό μου μ' εναν αναστεναγμό γεμάτο ανακούφιση.
Την αγκάλιασα με όλη την δύναμη της βασανισμένης μου ψυχής,έβαλα το χέρι και της σφάλισα τα μάτια.Δεν έτρεμε πια!Ακουμπούσε γαλήνια στον ώμο μου και έγλυφε τον λαιμό μου.Αγαπούσε αυτό το κακότυχο ταλαιπωρημένο πλάσμα τον δήμιο του?Δεν ξέρω πια...
Έγνεψα σιωπηλά στον"αδελφό".....
....Και της τίναξα τα μυαλά στον αέρα.....
-Την έθαψα δίπλα στο σπιτάκι τυλιγμένη με την μπλούζα μου που έσταζε ακόμα το αίμα της.<<
Δεν ξαναμιλήσαμε με τον Δ.για την Laura.Αγαπούσε πάντα τα ζωντανά μου στα 10 χρόνια που ζήσαμε μαζί αλλά δεν δενόταν πια με κανένα.Ποτέ δεν μου ξανάφερε τίποτα απο τον δρόμο.Ποτέ δεν ξαναπήρε θέση.Ποτέ,ποτέ,ποτέ...
Προσπάθησε να κάνει μια προσπάθεια με τον Φλόμπο νούμερο 2,αλλά ήταν πλέον αργά για όλους μας...
Μετα απο λίγους μήνες χωρίσαμε για πάντα....
"Ολοι κράτησαν σιγή ιχθύος στο χωριό για τους ενόχους.Ακόμα και η Τασούλα είπε"άστα Γιώτα,έγιναν,πέρασαν"Ο Δέλτα ήταν αυτός που το έκρυψε καλύτερα από όλους όταν έμαθε πως κάποια κωλόπαιδα εβάλαν στο σημάδι την Λάουρα και την Μπιμούκα,έτσι για να εξασκηθούν στην"εκτέλεση εν ψυχρώ"Καλύτερα που δεν μου το φανέρωσε γιατί ίσως να έκανα κι εγώ καμιά εκτέλεση"εν θερμώ"
"Η Μπιμούκα βρήκε καταφύγιο σ'έναν πολύ καλό άνθρωπο που την περιμάζεψε μια νύχτα απο τις πολλές όπου την άκουγε να αλυχτάει πάνω στον τάφο της αδικοχαμένης και κακότυχης συντροφισας της."
.....ακόμα όμως-λένε σ'εκείνο το χωριουδάκι-πως πολλοί βλέπουν κάποιες πανσέληνες νύχτες πάνω στον κάμπο με τις ελιές και κάτω στην θάλασσα,εκεί που σκάει το κύμα να παίζει το μαύρο Αλσατικό λυκόσκυλο με το ασπρόμαυρο τσομπανόσκυλο.
(Εμ το μαύρο νεμ το καραμπάσκο)Ετσι άκουσα να λένε............μετα απο 20τόσα χρόνια
Για τον Μέρλιν.......
Οταν ο υπολογιστής βρήκε θέση στο γραφείο της Μαρίας,το μόνο που ήξερα να κάνω ήταν να παίζω πασιέντζες.Πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι που θέλοντας να μάθω για την αρρώστια της"αγαπημένης μου"άρχισα να κολυμπάω λίγο-λίγο και πιο βαθιά στο διαδίκτυο. Κάπως έτσι γνώρισα τα blog τέτοιον καιρό,και κάποιους ανθρώπους που προσπαθούσαν να με ωθήσουν να γίνω συντροφιά τους στον χώρο αυτό.
Άργησα να το κάνω, όχι από δειλία ή ντροπή αλλά γιατί δεν ήξερα τι να γράψω.Στην έκθεση ήμουνα πάντα κουμπούρας,αλλά αν ήταν να γράψω για τα δικά μου παραμύθια ή τα δικά μου συναισθήματα έπαιρνα φόρα και το 20σάρι ήταν εξασφαλισμένο.Για τις εκθέσεις κρίσεως μου βάζανε την βάση λίαν επιεικώς.
Έτσι άρχισα κι εδώ να γράφω-δεν έχει πολύ καιρό-κάποια μέρα που είχα τα γενέθλια μου και χόρευα με τις αναμνήσεις μου και τα συναισθήματα μου.
Αυτές τις μέρες κάτι με παιδεύει.Κάτι με ταράζει.
Ο Μέρλιν δεν υπάρχει πια και η συντρόφισσα του προσπαθεί να παρηγορηθεί.
Μόνο όσοι έχασαν κάποια ψυχούλα μπορούν να καταλάβουν.Ολοι οι άλλοι θα πουν"σιγά και τι έγινε?"Προσπερνώ τους άλλους και λέω:Υπάρχουν και χειρότερα Ραλού!Αφουγκράσου την κακία των ανθρώπων για να υπερεκτιμήσεις την αγάπη που νιώθεις για να προσφέρεις.
Κάποιος είπε:"για ν' αγαπήσεις τους ανθρώπους πρέπει πρώτα ν' αγαπήσεις τα ζώα"
>>Όταν πέρασα πια όλες τις διαδικασίες για να δω την κοιλιά μου να φουσκώνει και αυτή επέμενε ακόμα να φοράει μπικίνι,ο Δέλτα ήρθε ένα απομεσήμερο και μου είπε.
-Σου έχω μια έκπληξη.Κατέβα στο αυτοκίνητο είναι.
-Και γιατί στο αυτοκίνητο?
-Μήπως και δεν το θέλεις για να το πάω πίσω.
Κατέβηκα...και ανοίγοντας την πίσω πόρτα είδα ένα κατσιασμένο μαύρο,λιπόσαρκο μπαλάκι να με κοιτάει με θολά κατάμαυρα μάτια και να ξεροκαταπίνει τα σάλια του.
-Βρε συ,που το μάζωξες αυτό?
-Πήγαμε με τον Σάκη στον κτηνίατρο να κάνει εμβόλια στην Πουφ(πιο αλμπάνη και απάνθρωπο κτηνίατρο δεν γνώρισα και το΄παιζε ο μα....κας φίρμα με τα εκτροφεία και τα πετιγκρή και σκατά στα μούτρα μας, και να οι άλλοι οι μα...κες οι νεόπλουτοι Θεσσαλονικεις βλάχοι να τον προσκυνάνε σαν τον Βούδα)και το είχε στο κλουβί γιατί η μάνα του πέθανε στην γέννα και έζησε μόνο αυτό απο τα 8 και το πουλάει μισοτιμής.
Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο. Ετοιμη να σκίσω τα ρούχα μου ήμουν.
-Τι πουλάει ρε Δέλτα?Τα κόκκαλα του τροφή για άλλα σκυλιά η τα παράσιτα για να κάνουμε σούπα?
Η μαυρόμπαλα λούφαξε και ο Δέλτα είπε:Τι να κάνω?να το πάω πίσω?
Ασε,μαζί θα πάμε.Και πήγαμε....Και έγινε το έλα να δεις!Ηθελε και 30.000 χιλιαρικα ο ελεεινός,μισοτιμής γιατί ήταν-λέει-Αλσατίας μαύρο με χαρτιά και κιτάπια.Οταν με ξεμονάχιασε ο βοηθός του(φοιτητής που με ήξερε από τα σούρτα φέρτα μου στην πανεπιστημιακή για τα αδέσποτα μου)και μου είπε για την μάνα,που την παράτησε κάποιος προς φύλαξη και έφυγε στο εξωτερικό,κλεισμένη σ'ένα κλουβί με ενα ξεροκόματο και λίγο γάλα(δεν ήταν απόλυτα καθαρή η ράτσα για εμπορία).Ετσι την παράτησε και ο εν λόγω φιρμάτος κτηνίατρος και ...πέθανε η άμοιρη στην γέννα και μόνο αυτό το κακότυχο έζησε,και πράγματι ήταν κακότυχο,άσχετα αν η τύχη του χαμογέλασε λίγο όταν συναντηθήκαμε.
Αυτο ήταν και το τελικό μπαρούτιασμα που έφαγα.Του'ριξα το πιο ευγενικό,καταπέλτη, βρίσιμο μου του πέταξα και δέκα χιλιάρικα για τα εμβόλια(3οο δραχ.κόστιζαν τότε),του είπα να μου κάνει μήνυση αν θέλει,...και έφυγα με το σκυλί στο πίσω κάθισμα ακόμα.
Αφού στην τσατίλα μου επάνω ξέχασα και τον Δέλτα που γύρισε με ταξί.
Μέχρι να έρθει ο Δ.την είχα πλύνει και την πασάλειβα bolfo.To πουπουσάκι(γάτα άσπρη,Αγκύρας,γαλανομάτα,θεόκουφη και στείρα,παραφυλούσε στην πόρτα του μπάνιου με την ουρά φουντωμένη απο νεύρα,η κακίστρω μου η αγαπημένη) και η Σίλι,ημίαιμο κανίς-τεριέ και οτι άλλο νάναι,ραχάτευε στο κρεβάτι η σεβνταλού μου.
-Θα πάρω τηλ.τον Βασίλη να μας πει τι να κάνουμε
-Να πάρεις γιατί δεν το βλέπω καλά το ζωντανό,και θα φταις εσύ για τα βάσανα που μου δημιουργείς.
Το ζωντανό είχε απ'όλα τα ελέη του Θεού.Παράσιτα,ψώρα,αβιταμίνωση,γρίπη,εντερολοίμωξη και πάει λέγοντας.Αλλά ό Βασίλης και η κυρα-παναγιώτα άλλα κέλευαν.Την γιάτρεψαν,την τάισαν, την αγάπησαν και ο Δέλτα την κοίμιζε αγκαλιά τα βράδια γιατί είχε εφιάλτες και ούρλιαζε....καθώς η κοιλιά που φορούσε ακόμα μπίκίνι άρχισε να φουσκώνει.
Ο Δέλτα την ονομάτισε Laura.Ισως απο την Laura στο dr zivago ή από τήν Laura Mars.Ισως...?Σημασία έχει πως την αγαπούσε πάνω απ'όλα τα ζωντανά που είχαμε.Κι εκείνη είχε γίνει ένα θηρίο με κάτι πόδια ίσα με το μπράτσο μου,που τον κυνηγούσε,ατσούμπαλη όπως ήταν για να τον ρίξει στο πάτωμα και να κάνουν αγκαλιές.
Η laura μεγάλωνε μαζί με την"κοιλιά" και μετακόμισε στον υπαίθριο εργασιακό μας χώρο,οταν giotavita αποφάσισε να πάρει τα ζώα της και να μετακομίσει κι αυτή.
-Δεν αισθάνομαι καλά στην πόλη.Με πειράζει το καυσαέριο.
-Βρε καλή μου,βρε χρυσή μου πρέπει να είσαι κοντα στον γιατρό,αφού έχεις πρόβλημα.
-Δεν έχω τίποτα,θα μου βρεις σπίτι δίπλα στο κύμα και να έχει αυλή.
-Κι αν δεν έχει αυλή?
-Θα έχει.Σπίτι χωρίς αυλή τι να το κάνω?
Κι έτσι η GV βρήκε την αυλή,έβλεπε και την Laoura κάθε μέρα,μάζεψε και το κάθε παρατημένο και άτυχο ζωντανό,είχε και το κτήμα του μαγαζιού για τις αποθεραπείες και την φιλοξενία των ορφανών και έτριβε την κοιλιά της απο ευχαρίστηση,άσχετα αν ο Βασίλης ούρλιαζε για το τοξόπλασμα και της έπαιρνε αίμα κάθε σ/κ που τους επισκεφτόταν με την οικογενεια του,κι άσχετα αν ο Δ είχε καταντήσει μαραγκός φτιαχνοντας σπιτάκια.
Η laoura δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνη(ίσως να πέρασε και εγκεφαλικό απο την αβιταμίνωση και την έλλειψη ασβεστίου που είχε σαν μωρό-είπε ο Βασίλης-)Ηταν όμως καλόβολη και συνεργάσιμη.Αναγνώριζε τους αρχηγούς ανάμεσα στους συγκάτοικους της,αλλά ήξερε πως αυτή είναι που θα κάτσει στην αγκαλιά των"ανθρώπων"Δεν το έκανε επιδεικτικά.Εσκυβε το κεφάλι και ξεφυσούσε μέχρι να πάρει το κάλεσμα.Κι οταν το έπαιρνε, έπεφτε με την κοιλιά στο χώμα και σερνόταν προς το"αφεντικό"για να μην προσβάλλει κανέναν.Τα τετράποδα της το αναγνώριζαν.Κανένα δεν τόλμησε ν'ακουμπήσει την Laoura αν δεν ήθελε αυτή στον καιρό του οίστρου.Αυτό την έφαγε την Laoura.Η αγάπη της για τούς άνθρωπους.
Τότε δεν υπήρχαν κονσέρβες και τροφές για τα ζώα.Ο Δέλτα είχε γίνει ο καλύτερος επί της σίτισης των ζωντανών,έχοντας επαφές με όλες τις ταβέρνες της περιοχής και πληρώνοντας στην ανάγκη ακόμα και για τα αποφάγια,όμως έβραζα κ'εγώ την μαρμίτα κατά κόρον.
Μέσα στον χειμώνα γέννησε η Bella στην αυλή(άλλη μια αδέσποτη αγάπη αυτή)Κράτησα την Μπιμούκα(τοπική διάλεκτος που σημαίνει"μπόλικη")και την έστειλα να κάνει παρέα στην laoura.Ηταν ένα αυθεντικό τσομπανόσκυλο γεμάτο καλοσύνη και τεμπελιά.Εγινε ο άγρυπνος φρουρός της Laoura αλλά δεν μπόρεσε τελικά να την σώσει.
Το καλοκαίρι περνούσε κι έπρεπε να γεννήσω κι εγώ κάποια στιγμή.Ο Δέλτα απειλούσε πως θα με παρατήσει και θα φύγει στην Θεσ/νίκη χωρίς έμένα(η αλήθεια είναι πως του είχα φέρει τ'απάνω κάτω)Τα ζώα μου,έλεγα,που θα τα αφήσω?Ολοι μ΄αγαπουσαν στο χωριό,γιατί τους αγάπησα κι εγώ απο την ώρα που πήγα(πολλές ιστορίες αγάπης αυτές,θα έρθει και η σειρά τους). Ολοι έβαλαν το χέρι τους για να γίνει το καλύτερο.Η Αννα κράτησε τον Τίγρη που τον βύζαξε στην αυλή η Bella τυφλό νιογέννητο ακόμα γατί.Η κυρα-Κατίνα τα δίδυμα μαύρα και η Τασούλα η σπιτονοικοκυρά μου,πήρε βόλτα τα μαντριά και χάριζε καλά σκυλιά σε καλούς ανθρώπους.
Οταν έφυγα μόνο η Μπιμούκα και η Λάουρα είχαν μείνει στον περιφραγμένο εργασιακό μας χώρο και ο Γιώργης είχε αναλάβει την τροφοδοσια.
Και γέννησα,και όλα πήγαν κατ' ευχήν θεού,και ξεπέρασα τα προβλήματα και έχοντας ημερών ακόμα το Μαράκι μου,είπε ο Δέλτα να πάει να κάνει κάποιες δουλειές στον χώρο μας και να δει και τα σκυλια μήπως χρειάζονται κάτι άλλο,εκτός από τροφή.
Σε 3-4 ώρες χτυπησε το τηλ.
-Δωσ' μου τον αριθμο του Βασίλη.
-Τι τρέχει?τι τον θέλεις τον Βασίλη?
-Να..χουμ.χρουφ.να ρωτήσω για τα εμβόλια πότε είναι να γίνουν.
-Πάρε με σε λίγο να το βρώ.
Με ξαναπήρε και του το έδωσα.
Με ξαναπήρε σε λίγο.
-Δεν βρίσκω τον Βασίλη,έχεις καναν κτηνίατρο τώρα απο τους φίλους σου να μιλήσω μαζί του?
Εκεί άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια.
-Λέγε τι έγινε?
-Η Λάουρα δεν είναι καλά,ισως την δάγκασε κάνα φίδι.
-Πάνε στην Κική και ζήτα ατροπίνη ούρλιαξα,και depo-mendrol.Και πες της να κανονίσει την δόση.
-Μην ανησυχείς ,θα το ρυθμίσω...και έκλεισε το τηλ.
Πηγαινοερχόμουν σαν το θηρίο στο κλουβί ώσπου κάποια στιγμή αργά το απόγευμα μίλησα με τον Βασίλη........
.....περίμενα μέχρι που τηλεφώνησε ο Δέλτα. Εκλαιγε....
-Σε 2-3 ώρες θα είμαι σπίτι,είπε μες'απο τα αναφιλητά του.
-Εδω είμαι,περιμένω μουρμούρισα και με έπιασε κι έμενα το παράπονο.
Ηρθε όντως μετά απο 3 ώρες.Ετρεμε και τα μάτια του από γαλάζια ήταν κατακόκκινα. Εβγαλε το μπουφάν του και παρατήρησα πως ήταν γυμνός απο μέσα.
-Βάλε μου κάτι να πιω σε παρακαλώ,είμαι πολύ κουρασμένος.
Εβαλα ενα μπουκάλι κρασί μπροστά του
-Παω να δω το μωρό αν κοιμήθηκε
Δικαιολογία ήταν για να τον αφήσω να συγκροτηθει.
Γύρισα και κάθισα απέναντι του.Οχι δίπλα του. Έπρεπε να το ξεπεράσει. Ήξερα τι έγινε αλλά δεν ήταν αυτό που έμελλε ν' ακούσω.
Πέρασε πολύ ώρα μέχρι ν' αρχίσει ο Δ.να μονολογεί ανοίγοντας και το δεύτερο μπουκάλι.
...ξεκλείδωσα την πόρτα και τα ζώα δεν ήρθαν να με προϋπαντήσουν. Πήγα πίσω στα σπιτάκια,η Μπιμούκα ήταν άφαντη και η Λάουρα σερνόταν για να έρθει κοντα μου όπως έκανε πάντα,έκατσα στα γόνατα να την περιμένω και το ζώο έβγαλε μια κραυγή,έπεσε στο χώμα και άρχισε να βογγάει.Την πλησίασα και την πήρα αγκαλιά.Βογκούσε και αλυχτούσε γλύφοντας τα χέρια μου και χαϊδεύοντας την διαπίστωσα πως η κοιλιά της ήταν γεμάτη σκάγια.Τότε σου τηλεφώνησα και έψαχνα τον Βασίλη.
Δεν μιλούσα.Τον άφηνα να ξετυλίγει τον πόνο για να βρει την ανακούφιση(Δεν ξέρω αν την βρήκε ποτέ την ανακούφιση,άλλωστε δεν είμαστε πια μαζι κοντα 20 χρόνια,τον πόνο όμως τον έκρυψε καλά εκείνον τον καιρό για να μην μάθω ποιός το έκανε)
-Πήγα και πήρα τον Γιώργη για να την κρατάει πανω στην μηχανή και πήγαμε στην Α.....α.Ο κτηνίατρος έλειπε.Πήγα στην Κική και ηταν και ο Τ.εκεί(γιατρός)τηλεφωνήσαμε μαζί στον Βασίλη που καθοδήγησε τον Τ. να κάνει μια σωματική εξέταση στην Λάουρα.Το σκυλί ήταν σαν σουρωτήρι απο τα σκάγια.Τα μάτια του είχαν αρχίσει να ματώνουν γιατί χτυπήθηκαν και οι βολβοί και ο εγκέφαλος άρχισε να δυσλειτουργεί γιατί είχε πια χάσει σιγα σιγα πολύ αίμα απο το πρωί.
-Το ζώο πρέπει να εγχειριστεί,είπε ο Βασίλης
-Ποιος θα το κάνει?ειπε ο Δ
-Θα έχεις ένα σκύλο-φυτό. Δεν προλαβαίνεις να το φέρεις εδώ?
-Τι να κάνω?
-Ευθανασία και γρήγορα,θ' αρχίσει να υποφέρει πολύ το ζωντανό.
Κοίταξα τον Τ. και μου είπε πως δεν έχει αρκετή πεντοθάλη για να αρχίσει μια τέτοια διαδικασία.
Ενα τηλεφωνημα παρακάλεσα να κάνω πριν φύγω με την Λάουρα αγκαλιά.
Ο Γιώργης ήρθε μαζί μου μέχρι το σπιτάκι πίσω απο το μαγαζί.
Την πήρα αγκαλιά και ξάπλωσα στο κρεβάτι που κοιμόμασταν μαζι κι'εσύ τα καλοκαιρινά μεσημέρια.Απλώθηκε και κόλλησε επάνω μου βογκώντας και ανατριχιάζοντας,γλύφοντας τα χέρια μου. Οταν η πόρτα άνοιξε,ο Γιώργης είπε:σιγά-σιγά,κάτσε"αδελφέ". Εκείνη αναρίγησε και στριμώχτηκε περισσότερο πάνω μου. Εγώ την αγκάλιασα ακόμα πιο σφιχτά και βουβά έκανα μια ευχή:να είναι ένα κακό όνειρο όλα τούτα. Δεν ήταν έτσι όμως. Ο εφιάλτης τώρα άρχιζε....
Οταν ο "αδελφός"όπλισε την καραμπίνα εκείνη τρεμούλιασε για μια στιγμή, σφίχτηκε το κορμί της σαν ατσάλι και μετά χαλάρωσε σαν ένα λάστιχο που κανείς δεν μπορεί πια να το τεντώσει παραπάνω.Με κοίταξε με τα θολά,γεμάτα σκάγια,μαύρα τυφλά της μάτια,γρύλισε με παράπονο και ακούμπησε την μουσούδα της στον λαιμό μου μ' εναν αναστεναγμό γεμάτο ανακούφιση.
Την αγκάλιασα με όλη την δύναμη της βασανισμένης μου ψυχής,έβαλα το χέρι και της σφάλισα τα μάτια.Δεν έτρεμε πια!Ακουμπούσε γαλήνια στον ώμο μου και έγλυφε τον λαιμό μου.Αγαπούσε αυτό το κακότυχο ταλαιπωρημένο πλάσμα τον δήμιο του?Δεν ξέρω πια...
Έγνεψα σιωπηλά στον"αδελφό".....
....Και της τίναξα τα μυαλά στον αέρα.....
-Την έθαψα δίπλα στο σπιτάκι τυλιγμένη με την μπλούζα μου που έσταζε ακόμα το αίμα της.<<
Δεν ξαναμιλήσαμε με τον Δ.για την Laura.Αγαπούσε πάντα τα ζωντανά μου στα 10 χρόνια που ζήσαμε μαζί αλλά δεν δενόταν πια με κανένα.Ποτέ δεν μου ξανάφερε τίποτα απο τον δρόμο.Ποτέ δεν ξαναπήρε θέση.Ποτέ,ποτέ,ποτέ...
Προσπάθησε να κάνει μια προσπάθεια με τον Φλόμπο νούμερο 2,αλλά ήταν πλέον αργά για όλους μας...
Μετα απο λίγους μήνες χωρίσαμε για πάντα....
"Ολοι κράτησαν σιγή ιχθύος στο χωριό για τους ενόχους.Ακόμα και η Τασούλα είπε"άστα Γιώτα,έγιναν,πέρασαν"Ο Δέλτα ήταν αυτός που το έκρυψε καλύτερα από όλους όταν έμαθε πως κάποια κωλόπαιδα εβάλαν στο σημάδι την Λάουρα και την Μπιμούκα,έτσι για να εξασκηθούν στην"εκτέλεση εν ψυχρώ"Καλύτερα που δεν μου το φανέρωσε γιατί ίσως να έκανα κι εγώ καμιά εκτέλεση"εν θερμώ"
"Η Μπιμούκα βρήκε καταφύγιο σ'έναν πολύ καλό άνθρωπο που την περιμάζεψε μια νύχτα απο τις πολλές όπου την άκουγε να αλυχτάει πάνω στον τάφο της αδικοχαμένης και κακότυχης συντροφισας της."
.....ακόμα όμως-λένε σ'εκείνο το χωριουδάκι-πως πολλοί βλέπουν κάποιες πανσέληνες νύχτες πάνω στον κάμπο με τις ελιές και κάτω στην θάλασσα,εκεί που σκάει το κύμα να παίζει το μαύρο Αλσατικό λυκόσκυλο με το ασπρόμαυρο τσομπανόσκυλο.
(Εμ το μαύρο νεμ το καραμπάσκο)Ετσι άκουσα να λένε............μετα απο 20τόσα χρόνια
Για τον Μέρλιν.......
Πέμπτη, Αυγούστου 16, 2007
Χαθήκαμε.....άραγε να φταίνε οι αποστασεις?
Σήμερα γιορτάζαμε οικογενειακώς!
Η κόρη μου η Μαρία,η αδελφή μου η Δέσποινα(η μικρή πλεξουδάτη Νούλη)κι....εγώ.
Η Μαρία κάνει διακοπές με τον καλό της.Το ανηψούδι-βαφτιστήρι επίσης,κι εγώ με την αδελφή μου μαγειρέψαμε ένα λιτό γεύμα και φάγαμε μαζί-οπως τότε,οταν είμασταν παιδιά ακόμα-με την Τασία και τον δάσκαλο.
Με την Νούλη βλεπόμαστε πιά κάθε καλοκαίρι.Αν και μιλάμε στο τηλέφωνο πολύ συχνά δεν είμαστε"κοντά".Ζει εδώ και 25 χρόνια στην Γερμανία.Κάθε φορά που έρχεται ξετυλίγουμε το κουβάρι των αναμνήσεων και συμπληρώνουμε η μία τα κενά της άλλης.
Αλλά στην ουσία χαθήκαμε....
Με την ωραία Περσεφόνη είμαστε 25 χρόνια φίλες.Απο το τηλέφωνο μου είπε τα"χρόνια πολλά" σήμερα.Την αγαπάω και μ'αγαπάει....αλλά χαθήκαμε.Ζει σε άλλη πόλη.
Ο κολλητός μου ο Σωτήρης μου έγραψε απλά ένα μήνυμα.Εμεις που βρισκόμασταν σχεδόν κάθε δυό μέρες χαθήκαμε μετα τον θάνατο του αδελφού του.Δεν αντέχει τις αναμνήσεις...
Η γειτόνισσα,φίλη αγαπητή και συνοδοιπόρος στον αγώνα για τα αδέσποτα ζώα μου τηλεφώνησε λόγω εορτής μετά απο 2 μήνες σήμερα.Εφυγε 500 km μακρυά κι αυτή.Χώρισε μετά απο 10 χρόνια γάμου και προσπαθεί να ορθοποδήσει.Χαθήκαμε με την Δ...ω ενώ ο πρώην αντρας της κατοικεί στο απέναντι από μένα μπαλκόνι.
Η Σοφία ζεί μέσα απο την αιμοκάθαρση.Ηταν η ομορφότερη και το καλύτερο παιδί μεσα σε 9 πρώτα ξαδέλφια που ήμασταν.Χαθήκαμε οταν έφυγε στα 12 χρόνια της στην Γερμανια.Τώρα την χάνουμε όταν έρχεται λόγω του ο,τι ο εραστής της είναι....το τεχνητό νεφρό.
Πολλά τα ακούσματα σήμερα από αγαπημένα πρόσωπα που μόνο το σύρμα του τηλεφώνου μας ενώνει πια.
Και μέσα σ'αυτον τον κυκεώνα των αναμνήσεων και πριν δοθεί η απάντηση στα"γιατί"κάλεσε ταξί η "πλεξουδάτη"και μας πήρε αλά μπρατσέτα με την Τασία και το μπαστουνάκι της,και μας πήγε για ουζάκι δίπλα στην θάλασσα με θέα όλο τον Θερμαικό να αντανακλά τα φώτα έως πέρα από το Καραμπουρνού.
Και ξεδιπλώσαμε πάλι τις αναμνήσεις και ανοίξαμε παλιά κιτάπια.Και γίναμε μικρές-μικρές ξανά σαν ξυπόλυτα παιδιά που τρέχαμε στην άμμο,σαν έφηβες που δεν ξέχασαν το πρώτο φιλί,σαν άγουρα φρούτα που ωρίμασαν μέσα απο μια ζεστή αγκαλιά,σαν τις λύκαινες που ταίζουν με την σάρκα τους τα λυκόπουλα τους,σαν...σαν...σαν δυο γυναίκες που πέρασαν σε ηλικία τον μισό αιώνα αλλά οι θύμησες τις ξανακάνουν παιδιά..
...ο οδηγός του ταξί βοήθησε την Τασία να καθίσει και έπιασε κουβέντα με την Νουλη για τα παλιά ρεμπέτικα.Τους άκουγα να μιλάνε ενώ"ταξίδευα"πίσω στον χρόνο.Γλυκόπικρο ήταν το ταξίδι ώσπου δυο-τρεις λεξεις άρχισαν να τραγουδάνε στο μυαλό μου:Χαθήκαμε!!!!Αραγε να φταίνε οι αποστάσεις?
Και τότε μόνο θυμήθηκα κι αλλους ανθρώπους με τους οποίους δεν χαθήκαμε γιατί έφταιγαν οι αποστάσεις.
Χαθήκαμε γιατί ....μάλλον δεν αγαπηθήκαμε!Οσο έπρεπε και ΟΠΩΣ έπρεπε!
Κάποτε ταξίδευα χιλιόμετρα.......
Η κόρη μου η Μαρία,η αδελφή μου η Δέσποινα(η μικρή πλεξουδάτη Νούλη)κι....εγώ.
Η Μαρία κάνει διακοπές με τον καλό της.Το ανηψούδι-βαφτιστήρι επίσης,κι εγώ με την αδελφή μου μαγειρέψαμε ένα λιτό γεύμα και φάγαμε μαζί-οπως τότε,οταν είμασταν παιδιά ακόμα-με την Τασία και τον δάσκαλο.
Με την Νούλη βλεπόμαστε πιά κάθε καλοκαίρι.Αν και μιλάμε στο τηλέφωνο πολύ συχνά δεν είμαστε"κοντά".Ζει εδώ και 25 χρόνια στην Γερμανία.Κάθε φορά που έρχεται ξετυλίγουμε το κουβάρι των αναμνήσεων και συμπληρώνουμε η μία τα κενά της άλλης.
Αλλά στην ουσία χαθήκαμε....
Με την ωραία Περσεφόνη είμαστε 25 χρόνια φίλες.Απο το τηλέφωνο μου είπε τα"χρόνια πολλά" σήμερα.Την αγαπάω και μ'αγαπάει....αλλά χαθήκαμε.Ζει σε άλλη πόλη.
Ο κολλητός μου ο Σωτήρης μου έγραψε απλά ένα μήνυμα.Εμεις που βρισκόμασταν σχεδόν κάθε δυό μέρες χαθήκαμε μετα τον θάνατο του αδελφού του.Δεν αντέχει τις αναμνήσεις...
Η γειτόνισσα,φίλη αγαπητή και συνοδοιπόρος στον αγώνα για τα αδέσποτα ζώα μου τηλεφώνησε λόγω εορτής μετά απο 2 μήνες σήμερα.Εφυγε 500 km μακρυά κι αυτή.Χώρισε μετά απο 10 χρόνια γάμου και προσπαθεί να ορθοποδήσει.Χαθήκαμε με την Δ...ω ενώ ο πρώην αντρας της κατοικεί στο απέναντι από μένα μπαλκόνι.
Η Σοφία ζεί μέσα απο την αιμοκάθαρση.Ηταν η ομορφότερη και το καλύτερο παιδί μεσα σε 9 πρώτα ξαδέλφια που ήμασταν.Χαθήκαμε οταν έφυγε στα 12 χρόνια της στην Γερμανια.Τώρα την χάνουμε όταν έρχεται λόγω του ο,τι ο εραστής της είναι....το τεχνητό νεφρό.
Πολλά τα ακούσματα σήμερα από αγαπημένα πρόσωπα που μόνο το σύρμα του τηλεφώνου μας ενώνει πια.
Και μέσα σ'αυτον τον κυκεώνα των αναμνήσεων και πριν δοθεί η απάντηση στα"γιατί"κάλεσε ταξί η "πλεξουδάτη"και μας πήρε αλά μπρατσέτα με την Τασία και το μπαστουνάκι της,και μας πήγε για ουζάκι δίπλα στην θάλασσα με θέα όλο τον Θερμαικό να αντανακλά τα φώτα έως πέρα από το Καραμπουρνού.
Και ξεδιπλώσαμε πάλι τις αναμνήσεις και ανοίξαμε παλιά κιτάπια.Και γίναμε μικρές-μικρές ξανά σαν ξυπόλυτα παιδιά που τρέχαμε στην άμμο,σαν έφηβες που δεν ξέχασαν το πρώτο φιλί,σαν άγουρα φρούτα που ωρίμασαν μέσα απο μια ζεστή αγκαλιά,σαν τις λύκαινες που ταίζουν με την σάρκα τους τα λυκόπουλα τους,σαν...σαν...σαν δυο γυναίκες που πέρασαν σε ηλικία τον μισό αιώνα αλλά οι θύμησες τις ξανακάνουν παιδιά..
...ο οδηγός του ταξί βοήθησε την Τασία να καθίσει και έπιασε κουβέντα με την Νουλη για τα παλιά ρεμπέτικα.Τους άκουγα να μιλάνε ενώ"ταξίδευα"πίσω στον χρόνο.Γλυκόπικρο ήταν το ταξίδι ώσπου δυο-τρεις λεξεις άρχισαν να τραγουδάνε στο μυαλό μου:Χαθήκαμε!!!!Αραγε να φταίνε οι αποστάσεις?
Και τότε μόνο θυμήθηκα κι αλλους ανθρώπους με τους οποίους δεν χαθήκαμε γιατί έφταιγαν οι αποστάσεις.
Χαθήκαμε γιατί ....μάλλον δεν αγαπηθήκαμε!Οσο έπρεπε και ΟΠΩΣ έπρεπε!
Κάποτε ταξίδευα χιλιόμετρα.......
Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007
Τα τραγουδια της ζωής μου....
Τα τραγούδια λοιπόν????
Αν μπορούσαμε να μιλάμε με τα τραγουδια πόσες ιστορίες θα είχαμε να πούμε???
Αμετρητες θα ήταν θαρρώ....
Η πρόσκληση και συνάμα πρόκληση ειναι απο την Μαριαλένα.
Τις αναμνήσεις των 53 χρόνων θελεις γλυκεια μου? Θα σου τις χαρίσω με αγάπη.Τώρα πια δεν μετράει τι μου αρέσει,τώρα μετράει η φυγή στον χρόνο,πίσω,πισω πολύ πισω....
(τα κεφαλαία γραμματα παντα θα αντιπροσωπεύουν λεξεις απο ενα τραγουδι που με στιγμάτισε)
Πισω λοιπόν,σε χρόνια που νομιζα πως ξεχασα και ηρθε μια πρόσκληση απο σενα να ΜΕ ΠΑΡΕΙ ΑΠ'ΤΟ ΧΕΡΙ και να με πάει μεσα σ'ενα ξεχασμένο απο τον χρόνο βιβλίο γεματο απο μουσική,στιχους και γεγονοτα.
Ανθρωπους που αγάπησα,που μ'αγάπησαν,που αλληλοσπαραχτήκαμε,που μισήσαμε ο ενας τον άλλον,που ξεχαστηκαμε,που χαθηκαμε...
Γεγονότα που με αφύπνησαν,με κατακρήμνισαν,με θεμελίωσαν,με κατακρεούργησαν,με εκαναν να ξαναζησω και να αναπνεω ακομα και τώρα.....
Οι αναμνήσεις πάντα θα ψαχνουν τοπο για να σταθούν..
ΑΠΟΨΕ ΣΤΗΣΑΝΕ ΧΟΡΟ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...
Κι εγω ψαχνω ακομα τον τόπο οπου η μοίρα θα πλεξει το υφαδι της για να ξαναζησω μεσα στα τραγουδια που αγαπησα,που με στοίχειωσαν,που με ανάστησαν,να ψαξω οσα εζησα,οσα εχασα,οσα αρνήθηκα,οσα προσπέρασα,οσα ακομα αγαπάω!
1)1960-1965.Το Κατινάκι-ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ- ερχεται Χριστουγεννα ΚΑΙ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ οπου εμεις ζουμε.Ειναι η μοναδικη αδελφη της μανας μου.
Τραγουδαει"Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Η ΜΑΡΓΑΡΩ". Φερνει και ενα πικ-απ (απο αυτα που συνδεόταν με το ραδιοφωνο) δωρο στην πλεξουδάτη Νουλη και σ'αυτην την εποχη ανακαλυπτω τον Θεοδωρακη και την φωνη,φτιαγμένη απο γρανίτη και ροδοπέταλα του Γ.Μπιθικωτση.
Δεν ξερω γιατί εκλαιγα τότε οταν ακουγα το "ΜΕΣ'ΤΗΝ ΥΠΟΓΕΙΑ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ".Απο ποίηση ειχα μεσανυχτα,αργότερα εμαθα ποιός το εγραψε.
2)1965-1970.Τα 45ρια απο βυνίλιο πληθαινουν στην δισκοθηκη της Νουλης.Δωρα απο το Κατινακι τον δασκαλο και τις φιλες της.Χάνομαι μεταξυ τού "THE HOUSE OF THE RISING SUN" με τον Erick Burton και τους Animals και στις λέξεις "All the leaves are brown and the sky is gray των Μama's and Papa's στο CALIFORNIA DREAMING, το SOMEBODY LOVES YOU των Who και το PAINT IT BLACK των Rolling Stones.
Και σε εναν αστάθμητο χρονο ερωτευομαι την φωνη του Πουλόπουλου που τραγουδαει:Μεσα απ'τον καμπο ,μεσα απο τον ανεμο....
LORCA!!!Μελοποιημενος από τον Γ. Γλέζο σε ελευθερη μεταφραση απο τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Το αγαπημενο μου ηταν "ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΛΛΑΡΗ και φυσικά η ΚΟΡΝΤΟΒΑ.
3)1970-1975.Η πλεξουδάτη στηνει παράνομο ερασιτεχνικό σταθμό εκπομπης(οικογενειακο μας ειναι μαλλον το επαναστατικό κουσούρι).Τοτε μαθαινω και ακουω για πρωτη φορα τον Ξυλουρη να τραγουδαει "ΔΕΝ ΛΥΓΑΝΕ ΤΑ ΞΕΡΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΡΗΜΑΔΙΑ" και κανει ολόνυκτιες αφιερωσεις η ανάρχα η αδερφή μου στον Καρυωτακη και τους Ελληνες ποιητες που μελοποιηθηκαν. Π.Χ: ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!!!!
Καταλάβατε πιστευω τις μουσικές επιλογες της....
Παντιέρα ρόσσα η όλη υπόθεση.....
1972,Ιουνιος...Οι παιδικοι φιλοι γινονται εραστές κατω απο τους ηχους του "I GARDINI DI MARZO" του lucio Battisti...Aγαπηθηκαν ποτέ αραγε?
Η Diana Ross τραγουδουσε "TUCH ME IN THE MORNING" οταν δυο αγγελοι ξεπουπούλισαν τα ουρανια φτερα τους και αρχισαν να ταξιδευουν στην κολαση της αναζητησης μεσα απο τις μπερδεμενες εικονες που τους καθορισε η κοινωνική κάστα, που ταξινομησε την ζωη τους χωρις να τους ρωτησει αν τραγουδανε μαζι με την Αρλετα:¨"ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ ΑΓΑΠΗ,ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ..."
1973:Φευγω για το πουθενά ξανά.Τ'εχασα ολα...και προσπαθω να ξεχασω μεσα απο τις φυγές μου...
Μονο εκεινο το τραγουδι γυροφερνει στο μυαλο μου:
Dove vai? QUANTO PUOI RESTI SOLA? Και ο Lucio Battisti εξακολουθεί να ειναι ο εραστής ...των αυτιών μου!!
4)1975-1980:Πολυτάραχη εκεινη η εποχη της ζωής μου....Γεμάτη με τράγουδια...
Παραταω τα ιατριλίκια που ηταν το ονειρο του δασκαλου και μπλεκομαι σε μια δουλεια που αν μη τι άλλο ειχε μπολικο τραγουδι και...χρημα!!!(εν αγνοία του βέβαια)
Σε μια εργατικη Πρωτομαγια στην Βενετια ακουω για πρωτη φορα το "A quí se queda la clara Comandante Che Guevara" και εκστασιαζομαι.
Στην Γερμανια,σ'ενα ελληνικο στέκι των Ελλήνων γουνοποιών ανακαλύπτω τον Νταλαρα να τραγουδαει:Του κατω κοσμου τα πουλια και τα παγώνια..
Στο Λουγκάνο,στο ψαραδικο μερος της λιμνης(οχι στην πλευρα της γκλαμουριας) πινω κρασι με τους ψαράδες και τραγουδανε το "ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ ΠΑΕΙ" φερμενο απο την Κατω Ιταλια -μεταναστες ήταν- σε παραφθαρμενη ιταλοελληνικη γλωσσα.
Στην Καστορια (ημουν τακτικη επισκεπτρια λογω δουλειας)παθαινω καθίζηση σ'ενα σκυλαδικο με το: Δυο νυχτες ανταμωσανε της Μαρινελλας και απο τοτε εγινα οπαδος της!!
1975:Ο Πάνος ειναι υποποπλοιαρχος σ'ενα κρουαζεροπλοιο της Chandis Lines.Τραγουδαει σε ολη την διαδρομη Ιταλια-Αιγυπτο-Λιβυη-Μαροκο το "νωρις μπαταρισε ο καιρος κι'εχει χαλασει"...Αγαπησα τον Καββαδια αλλά οχι τον Πάνο(καλη του ωρα οπου και αν βρισκεται)
1979:Ερωτευομαι σφόδρα τον πατερα του παιδιου μου καθως το "Julia" των Pavlov's dog διαπερνά το μεδουλι μου μαζι με τον ερωτα..
1980-1985:Με καταφέρνει να τον παντρευτώ μετά απο ενα χοντρό κέρατο που φυτρωσε στο κεφαλι μου κι εγω ακουω την Gloria Gaynor στο "Ι will survive".
1982:Παω για να γεννησω ενα ξημερωμα Πεμπτης και καθως ανάβω τσιγαρο,στον δρόμο για την κλινική τραγουδαω: hush now baby baby,don't you cry mama...η μαμα θα σε φροντιζει(pink floyd)
1985-1990:Ταραγμένοι καιροί τότε..
Jim Diamond:i should have known better...
Lionel Richie:hello...
Μαρινελλα-Παριος:κουρσα θανάτου...
Barbara Streisand:The eyes of Lora Mars,I am an woman in love ...
Τι να θυμηθω πρωτα???
1990-1995:Ειμαι ηδη μια ελευθερη ταξιδιαρα ψυχη,αλλα εργαζομενη μεχρι τελικης πτωσης.
Τρεις τραγουδιστες θυμαμαι απο αυτην την πενταετια, ασχετα αν η δουλεια μου ηταν μεσα στα τραγουδια απο τις 9 το πρωι εως τα ξημερωματα.
Ολοι τους ειναι δεμενοι με την πανεμορφη Κυπρο.
Leonard Cohen: Dance me to the end of love
Chris Rea: The road to hell
...και Χριστοδουλοπουλος live απο κασσετα να τα δινει ολα με το¨φτιαξε μου εναν καφέ και μη βαζεις ζαχαρη...
Και μη γελατε,ακομα με συγκινει οταν το ακουω...
1995-2000:Τραγουδάω το Comfortably numb και το Αnother brick in the wall των Pink Floyd, οταν ειμαι αναγκασμενη να ξημερωνομαι με το καμαρι μου για τις Πανελληνιες.
1999: Ξυπναω καθε πρωι με θεα το Αιγαιο απο τον βραχο του μικρου Καραμπουρνου και ενα αχνιστο καφέ διπλα μου.Κουκουλωνομαι οταν ακουω την τρομπετα να ηχεί για την επαρση της σημαίας αλλα ο Μενιος το πρωι ακουει τις Σερενατες του Σουμπερτ,και μά τον θεό ειναι ωραιο ξυπνημα!
Στην υποστολη της σημαιας καθισα πολλες φορές προσοχη και ορθια(ηθελα δεν ηθελα) ακουγοντας το il silenzio
2000-2005: Ξαναμπαινω στα παλια μου εργασιακα στεκια.Παλι η ζωη μου γινεται ενα τραγουδι και μια καινουρια περιπετεια....
ΤΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΤΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ ΑΠ' ΟΣΑ ΠΕΡΑΣΑ: Γ.Νταλαρας
2007:Στο προφιλ μου θα βρειτε τι ακουω τωρα.
Αλλά να ξερετε πως παντα μια εικονα αναμνησης θα ακολουθει το καθε τραγουδι....
Αν μπορούσαμε να μιλάμε με τα τραγουδια πόσες ιστορίες θα είχαμε να πούμε???
Αμετρητες θα ήταν θαρρώ....
Η πρόσκληση και συνάμα πρόκληση ειναι απο την Μαριαλένα.
Τις αναμνήσεις των 53 χρόνων θελεις γλυκεια μου? Θα σου τις χαρίσω με αγάπη.Τώρα πια δεν μετράει τι μου αρέσει,τώρα μετράει η φυγή στον χρόνο,πίσω,πισω πολύ πισω....
(τα κεφαλαία γραμματα παντα θα αντιπροσωπεύουν λεξεις απο ενα τραγουδι που με στιγμάτισε)
Πισω λοιπόν,σε χρόνια που νομιζα πως ξεχασα και ηρθε μια πρόσκληση απο σενα να ΜΕ ΠΑΡΕΙ ΑΠ'ΤΟ ΧΕΡΙ και να με πάει μεσα σ'ενα ξεχασμένο απο τον χρόνο βιβλίο γεματο απο μουσική,στιχους και γεγονοτα.
Ανθρωπους που αγάπησα,που μ'αγάπησαν,που αλληλοσπαραχτήκαμε,που μισήσαμε ο ενας τον άλλον,που ξεχαστηκαμε,που χαθηκαμε...
Γεγονότα που με αφύπνησαν,με κατακρήμνισαν,με θεμελίωσαν,με κατακρεούργησαν,με εκαναν να ξαναζησω και να αναπνεω ακομα και τώρα.....
Οι αναμνήσεις πάντα θα ψαχνουν τοπο για να σταθούν..
ΑΠΟΨΕ ΣΤΗΣΑΝΕ ΧΟΡΟ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...
Κι εγω ψαχνω ακομα τον τόπο οπου η μοίρα θα πλεξει το υφαδι της για να ξαναζησω μεσα στα τραγουδια που αγαπησα,που με στοίχειωσαν,που με ανάστησαν,να ψαξω οσα εζησα,οσα εχασα,οσα αρνήθηκα,οσα προσπέρασα,οσα ακομα αγαπάω!
1)1960-1965.Το Κατινάκι-ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ- ερχεται Χριστουγεννα ΚΑΙ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ οπου εμεις ζουμε.Ειναι η μοναδικη αδελφη της μανας μου.
Τραγουδαει"Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Η ΜΑΡΓΑΡΩ". Φερνει και ενα πικ-απ (απο αυτα που συνδεόταν με το ραδιοφωνο) δωρο στην πλεξουδάτη Νουλη και σ'αυτην την εποχη ανακαλυπτω τον Θεοδωρακη και την φωνη,φτιαγμένη απο γρανίτη και ροδοπέταλα του Γ.Μπιθικωτση.
Δεν ξερω γιατί εκλαιγα τότε οταν ακουγα το "ΜΕΣ'ΤΗΝ ΥΠΟΓΕΙΑ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ".Απο ποίηση ειχα μεσανυχτα,αργότερα εμαθα ποιός το εγραψε.
2)1965-1970.Τα 45ρια απο βυνίλιο πληθαινουν στην δισκοθηκη της Νουλης.Δωρα απο το Κατινακι τον δασκαλο και τις φιλες της.Χάνομαι μεταξυ τού "THE HOUSE OF THE RISING SUN" με τον Erick Burton και τους Animals και στις λέξεις "All the leaves are brown and the sky is gray των Μama's and Papa's στο CALIFORNIA DREAMING, το SOMEBODY LOVES YOU των Who και το PAINT IT BLACK των Rolling Stones.
Και σε εναν αστάθμητο χρονο ερωτευομαι την φωνη του Πουλόπουλου που τραγουδαει:Μεσα απ'τον καμπο ,μεσα απο τον ανεμο....
LORCA!!!Μελοποιημενος από τον Γ. Γλέζο σε ελευθερη μεταφραση απο τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Το αγαπημενο μου ηταν "ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΛΛΑΡΗ και φυσικά η ΚΟΡΝΤΟΒΑ.
3)1970-1975.Η πλεξουδάτη στηνει παράνομο ερασιτεχνικό σταθμό εκπομπης(οικογενειακο μας ειναι μαλλον το επαναστατικό κουσούρι).Τοτε μαθαινω και ακουω για πρωτη φορα τον Ξυλουρη να τραγουδαει "ΔΕΝ ΛΥΓΑΝΕ ΤΑ ΞΕΡΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΡΗΜΑΔΙΑ" και κανει ολόνυκτιες αφιερωσεις η ανάρχα η αδερφή μου στον Καρυωτακη και τους Ελληνες ποιητες που μελοποιηθηκαν. Π.Χ: ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!!!!
Καταλάβατε πιστευω τις μουσικές επιλογες της....
Παντιέρα ρόσσα η όλη υπόθεση.....
1972,Ιουνιος...Οι παιδικοι φιλοι γινονται εραστές κατω απο τους ηχους του "I GARDINI DI MARZO" του lucio Battisti...Aγαπηθηκαν ποτέ αραγε?
Η Diana Ross τραγουδουσε "TUCH ME IN THE MORNING" οταν δυο αγγελοι ξεπουπούλισαν τα ουρανια φτερα τους και αρχισαν να ταξιδευουν στην κολαση της αναζητησης μεσα απο τις μπερδεμενες εικονες που τους καθορισε η κοινωνική κάστα, που ταξινομησε την ζωη τους χωρις να τους ρωτησει αν τραγουδανε μαζι με την Αρλετα:¨"ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ ΑΓΑΠΗ,ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ..."
1973:Φευγω για το πουθενά ξανά.Τ'εχασα ολα...και προσπαθω να ξεχασω μεσα απο τις φυγές μου...
Μονο εκεινο το τραγουδι γυροφερνει στο μυαλο μου:
Dove vai? QUANTO PUOI RESTI SOLA? Και ο Lucio Battisti εξακολουθεί να ειναι ο εραστής ...των αυτιών μου!!
4)1975-1980:Πολυτάραχη εκεινη η εποχη της ζωής μου....Γεμάτη με τράγουδια...
Παραταω τα ιατριλίκια που ηταν το ονειρο του δασκαλου και μπλεκομαι σε μια δουλεια που αν μη τι άλλο ειχε μπολικο τραγουδι και...χρημα!!!(εν αγνοία του βέβαια)
Σε μια εργατικη Πρωτομαγια στην Βενετια ακουω για πρωτη φορα το "A quí se queda la clara Comandante Che Guevara" και εκστασιαζομαι.
Στην Γερμανια,σ'ενα ελληνικο στέκι των Ελλήνων γουνοποιών ανακαλύπτω τον Νταλαρα να τραγουδαει:Του κατω κοσμου τα πουλια και τα παγώνια..
Στο Λουγκάνο,στο ψαραδικο μερος της λιμνης(οχι στην πλευρα της γκλαμουριας) πινω κρασι με τους ψαράδες και τραγουδανε το "ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ ΠΑΕΙ" φερμενο απο την Κατω Ιταλια -μεταναστες ήταν- σε παραφθαρμενη ιταλοελληνικη γλωσσα.
Στην Καστορια (ημουν τακτικη επισκεπτρια λογω δουλειας)παθαινω καθίζηση σ'ενα σκυλαδικο με το: Δυο νυχτες ανταμωσανε της Μαρινελλας και απο τοτε εγινα οπαδος της!!
1975:Ο Πάνος ειναι υποποπλοιαρχος σ'ενα κρουαζεροπλοιο της Chandis Lines.Τραγουδαει σε ολη την διαδρομη Ιταλια-Αιγυπτο-Λιβυη-Μαροκο το "νωρις μπαταρισε ο καιρος κι'εχει χαλασει"...Αγαπησα τον Καββαδια αλλά οχι τον Πάνο(καλη του ωρα οπου και αν βρισκεται)
1979:Ερωτευομαι σφόδρα τον πατερα του παιδιου μου καθως το "Julia" των Pavlov's dog διαπερνά το μεδουλι μου μαζι με τον ερωτα..
1980-1985:Με καταφέρνει να τον παντρευτώ μετά απο ενα χοντρό κέρατο που φυτρωσε στο κεφαλι μου κι εγω ακουω την Gloria Gaynor στο "Ι will survive".
1982:Παω για να γεννησω ενα ξημερωμα Πεμπτης και καθως ανάβω τσιγαρο,στον δρόμο για την κλινική τραγουδαω: hush now baby baby,don't you cry mama...η μαμα θα σε φροντιζει(pink floyd)
1985-1990:Ταραγμένοι καιροί τότε..
Jim Diamond:i should have known better...
Lionel Richie:hello...
Μαρινελλα-Παριος:κουρσα θανάτου...
Barbara Streisand:The eyes of Lora Mars,I am an woman in love ...
Τι να θυμηθω πρωτα???
1990-1995:Ειμαι ηδη μια ελευθερη ταξιδιαρα ψυχη,αλλα εργαζομενη μεχρι τελικης πτωσης.
Τρεις τραγουδιστες θυμαμαι απο αυτην την πενταετια, ασχετα αν η δουλεια μου ηταν μεσα στα τραγουδια απο τις 9 το πρωι εως τα ξημερωματα.
Ολοι τους ειναι δεμενοι με την πανεμορφη Κυπρο.
Leonard Cohen: Dance me to the end of love
Chris Rea: The road to hell
...και Χριστοδουλοπουλος live απο κασσετα να τα δινει ολα με το¨φτιαξε μου εναν καφέ και μη βαζεις ζαχαρη...
Και μη γελατε,ακομα με συγκινει οταν το ακουω...
1995-2000:Τραγουδάω το Comfortably numb και το Αnother brick in the wall των Pink Floyd, οταν ειμαι αναγκασμενη να ξημερωνομαι με το καμαρι μου για τις Πανελληνιες.
1999: Ξυπναω καθε πρωι με θεα το Αιγαιο απο τον βραχο του μικρου Καραμπουρνου και ενα αχνιστο καφέ διπλα μου.Κουκουλωνομαι οταν ακουω την τρομπετα να ηχεί για την επαρση της σημαίας αλλα ο Μενιος το πρωι ακουει τις Σερενατες του Σουμπερτ,και μά τον θεό ειναι ωραιο ξυπνημα!
Στην υποστολη της σημαιας καθισα πολλες φορές προσοχη και ορθια(ηθελα δεν ηθελα) ακουγοντας το il silenzio
2000-2005: Ξαναμπαινω στα παλια μου εργασιακα στεκια.Παλι η ζωη μου γινεται ενα τραγουδι και μια καινουρια περιπετεια....
ΤΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΤΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ ΑΠ' ΟΣΑ ΠΕΡΑΣΑ: Γ.Νταλαρας
2007:Στο προφιλ μου θα βρειτε τι ακουω τωρα.
Αλλά να ξερετε πως παντα μια εικονα αναμνησης θα ακολουθει το καθε τραγουδι....
Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007
Stephani -Annemarie Leifheit

21-05-1985
Προσπαθουσα να κρατησω την ισορροπια των νευρων μου και τα ορια της αντοχης μου οταν η κυρα-Τασια μου ειπε εκεινον τον Μάη:Εγω φευγω στην Γερμανια,σε λιγο θα γεννησει η αδελφη σου...
Ο Μάιος ηταν τοτε για μενα ο μηνας"τρεχω και δεν φτανω"Κλειναμε τα χειμωνιατικα επαγγελματικα μας και βαζαμε πλωρη για τα καλοκαιρινα.
Ο φιλτατος πρωην συζυγος μου ειχε ανοίξει δουλειες σε αλλες παραλιες και με ειχε αποχαιρετησει ηδη λεγοντας:Θα τα βγαλεις περα με το μαγαζι εσύ!Σου εχω εμπιστοσυνη!!
Με φιλησε σταυρωτα και σεβάσμια,να προσεχεις,ειπε και την εκανε Λούης.(Αλλο που δεν ηθελε δηλαδη..)
Ετσι και η Τασια,ταγεράτη κομμωτηριασμένη και παρφουμαρισμένη μου ειπε ωρεβουάρ και μου την "έκανε" αεροπορικώς....
Νταμπλάς μεγαλος!!!!Πίκραααααααααα....
Εμασα κι εγω η ταλαιπωρη,εργαζομενη μητερα το τρίχρονο σπλάχνο μου και εφυγα στην αλλη παραλία για να βαλω προγραμμα στον αρτον ημών τον επιούσιον!
Σαν σημερα με πηρε τηλ.η μανα μου και ειπε:εχεις μια ανηψια παλι,5kg με μαυρα σαν της Μαρίκας μαλλιά.
-Να μας ζησει της απαντησα κι απο μεσα μου σκεφτομουν:Αμαν βρε αδελφη γιατί γεννας παντα τον Μαιο?Επιτηδες μου το κανεις?
Ετσι γινεται τελικα.Η καθε κοτα το κοτοπουλο της κοιταει,
Και το δικο μου το κοτοπουλο το κοιταζε η Τασια και τωρα ζοριζομουν που εφυγε....
...Το κοτοπουλακι-ανηψουδι το ειδα τον χειμωνα που το βαφτησα κιολας!
Μπουλουκάκι ασπρο-ασπρο με ροζ μαγουλακια μαυρο μαλλι και εμφανες το Μεσογειακό γονιδιο,δικια μας ρατσα(μαλλον η αδερφη μου εβαλε πολυ μαεστρία εκεινη την ωρα,καταλαβαινετε τι εννοώ!)
Στην καθολική εκκλησια την βαφτησα ενα ηλιολουστο χειμωνιατικο μεσημερι.Εκανα και συμφωνια με τον μον-σενιόρ και ειπα το"πιστευω"στα ελληνικα!Σιγα να μην το διαβαζα στα Λατινικα απο τα οποια το μονο που ξερω ειναι"hanibbal ante portas"
-Η πιστη ειναι μια,ειπε.Τα δογματα τα αλλαξαν οι ανθρωποι....
Ευτυχως εκανα και χειρονακτικές εργασιες γιατι το Στεφανιώ ηταν κομματακι βαρούτσικο!!

Και μετα ακολουθησε ενα τρικουβερτο ελληνικο φαγοποτι και το ζούζουνο-νιοβάφτηστο κοιμοταν και ονειρευοταν χαμογελαστο το Δωδεκάθεο και τους αγγελους!!
Ο καφες κατεληξε σε irish-cofee με ιρλανδεζικο ουίσκυ και την 22χρονη θεια μας Μαρια στο πιανο να μας βγαζει επιθυμιες και τα εσωψυχα της μαζι με τους μουσικους...
Τα χρονια περνουσα μεσα απο τις ιντριγκες των παιδιων,καθε καλοκαιρι,αλλα και τις δικες μας,των μεγαλων,που υποτιθεται πως εχουμε μυαλο...παπαλα εχουμε τελικα!!
Η Στεφανι ηταν η μικρη μουσίτσα,εύρισκε παντα τον τροπο να ειναι"απ εξω"σε αντιθεση με την κορη μου και την αδελφη της την Αναστασια που τρωγονταν σαν τον σκυλο με την γατα.
Την φωναζαμε,καλοπροαίρετα,παντα"κουθουμούθου"γιατι ετρωγε το σιγμα!!!
Την συνοδεψα στο prima communione ωσάν πνευματικη της μητερα.
Ηταν μια πολυ ομορφη συγκινητικη τελετη στην καθολικη εκκλησια στο μερος που ζουνε.
Ανοιξη ηταν,πνιγοταν η Γερμανια στο πρασινο και στην πρωινη βροχουλα σαν αρχισαν να φτανουν ενα-ενα τα νεοφώτιστα.Κοριτσακια ντυμενα στα ασπρα,οπως οι νυφες με τις λαμπαδες τους και αγορακια με τα παπιγιον και τα γαμπριατικα ρουχα(η τελετη του γαμου με τον θεεικό Υιό)

Μια κατανυκτικη σιωπη επικρατουσε σε ολο το μυστηριο μεχρι που τραγουδησαν ολοι οι παρευρισκομενοι τους υμνους της Βιβλου πιασμενοι χερι με χερι.Δεν ξερω γερμανικα,αλλα επιασα τα χερια των διπλανων μου-αγνωστων και οφειλω να ομολογησω πως κάνοντας την συγκριση με την δικη μας"εκκλησια"εκει ενοιωσα μια ψυχικη ευφορια κι εδω νοιωθω να μην θελω να παω ουτε στην Ανασταση που μονο τοτε πηγαινω.
Πριν λιγα χρονια η Στέφανι αρρωστησε πολυ ασχημα.Ειχε ταση υπνηλιας,χαμηλη πιεση και εκανε εμετο ο,τι ετρωγε.Την βρηκε η μανα της ενα βραδυ λιποθυμη(το μητρικο ενστικτο την ξυπνησε)και ακολουθωντας το αιμα,ειδε το παιδι της πεσμενο στο χωλ με τα σπασμενα γυαλια τριγυρω,επειδη μεσα στο σκοταδι επεσε επανω στο τζαμι της πορτας.Εμεινε αρκετα στο νοσοκομειο και περασε απο πολλες εξετασεις.Ενα οργανικο προβλημα ηταν και ξεπεραστηκε χαρη στην δυναμη και το κουραγιο που εχει η μικρη πλεξουδατη Νουλη... Περασαν ολες οι κακες στιγμες!!!!
Γεια σου βρε αδέρφι Ελληνιδα αγωνίστρια!!!!!
Σημερα,το μωρο που τοτε βαφτησα ειναι μια νεαρη γοητευτικη υπαρξη με έκδηλη την Μεσογειακη ομορφιά.
Σπουδαζει Αγγλικη και Ισπανικη φιλολογια,διδασκει σαν αναπληρωματικη καθηγητρια σε γυμνασιο,παιζει κιθαρα,πιανο,σαξόφωνο και φυσικα....μπουζουκι!!!
Και ασχολειται και με θεατρικες παραστασεις.Απο μουσικες επενδυσεις μεχρι να παιζει την Καρμεν επι σκηνης....

Η αδερφη μου λεει πως:με το λαδι που της εβαλα πηρε πολλα απο μενα...
Μπα....μονο τα κρυφα και ανεκπληρωτα ονειρα μου πηρε και ειχε την δυναμη να τα υλοποιησει!!Και ειμαι υπερηφανη γι'αυτην ,ασχετα αν ειμαι κρυοκωλη σαν χαρακτηρας και δεν εκδηλωνομαι.Ενδωμυχα τριβω τα χερια μου απο ευχαριστηση!!!
Το σιγουρο παντως ειναι πως πηρε το ταπεραμεντο μου και λιγα απο τα μαγικα μου κολπα...
Η κορη μου λεει(εκαναν Χριστουγεννα ολοι μαζι εφέτος)πως οντως ειναι "το κατι αλλο".Ειναι η προσωποποιηση της χαρας,της ευγενειας,του χαμογελου,της καλης παρεας και παντα η παιχνιδιαρα μουσίτσα!!!
Αφου τραγουδαει κι αυτη το "καπνιζες Καρελια στη σκάλα....κατι πηρε κι απο την νονα της....
Αλλα ισως να ειναι και ετσι,παντα σε καποιον μοιαζουμε και καποιος θα μας μοιάσει...
Αααααα...ξεχασα να γραψω και το πιο βασικο!!!
Ειναι ερωτευμενη με Βαλκάνιο.Δικια μας φυλη!!!!Οχι παιζουμε....
Να μου ζησεις ανηψουδι μου και βαφτηστηρι και το καλοκαιρι που θα ερθεις να φερεις και το μπουζουκι να τραγουδησουμε ολοι μαζι...
Και ο κούπ-Θυμιος και η κουπά-Θυμιώ σου στελνουν πολλες ευχες!!!!
Καταλαβες ε???????
Και που'σαι βαφτηστήρι...επειδη μεγαλωσα πια και το κλιμα της Γερμανιας με πειραζει,οταν θα αποφασισεις να παντρευτεις η νονά σε θελει εδω,να το ξαναγλεντησουμε με θέα το Αιγαίο!!!!!
Σάββατο, Μαΐου 19, 2007
O Προυστ,εσεις,εγω και τα τραγουδια....
Να'μαι κι εγω!!!
Δεν θα παραδωσω την σκυταλη σε κανεναν,γιατι ολοι εκαναν πια τις εξομολογησεις τους.
Η προσκληση και προκληση ειναι απο το γαλανοματικο ξωτικο,για να βγαλω τ'απλυτά μου στην φόρα.
Αυτο θα κανω σιγουρα,αλλα επειδη κι ο Προυστ επαιζε με τις αναζητησεις του οταν εψαχνε τον "εαυτο του"για να γραψει για τον "χαμενο χρονο"θα παιξω κι εγω μεσα απο στιχους απλων,γνωστών τραγουδιων,γιατι σιγουρα δεν ειμαι τοσο υπεροχη σαν αυτο το πληθωρικο,ομοφυλοφιλο,μοναδικο ατομο που καταλαβε,αγαπησε και υμνησε την γυναικεια φυση περισσοτερο απο ολον τον αρσενικο πληθυσμο της υφηλιου!!!
Φευγω λοιπον να περπατησω στις απαντησεις μεσα απο γνωστες λεξεις ελληνικων τραγουδιων και ελπιζω να βγαλουμε ολοι μια ακρη...
-1)Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ:
-Λεγε μου σ'αγαπω ξανα,ξανα και ξανα...
Μονο η αγαπη με κανει ευτυχισμενη!
2)ΤΙ ΣΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΙ?
-Να'ρθεις ξανα χαραματα,χωρις φωνες και κλαμματα...
..να'ρθεις ξανα και να μου πεις το σ'αγαπω καταματα...
Τωρα πια δεν σηκωνομαι το πρωι!
3)Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΓΕΛΑΣΑΤΕ?
-Γελα πουλι μου γελα!!!ειναι η ζωη μια τρελλα...
Γελαω καθε στιγμη που η ζωη ειναι ομορφα τρελλη!!!
4)ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΑΣ?
-Σου δινω ακομα μια μπιλια για να παιξεις...
Δινω ευκαιριες απλοχερα.Εως τρεις ομως!οχι παραπανω!
5)ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΕΛΛΑΤΩΜΑ ΣΑΣ?
Θ'αναβω με τσιγαρα,θα σβηνω με πιοτα...
...τωρα που πηρα την λαχταρα ,σταχτη να γινουν ολα πια...
Ετσι γινοταν παντα.Λυνω τα προβληματα των αλλων και ειμαι ανικανη να λυσω τα δικα μου!
6)ΣΕ ΠΟΙΑ ΛΑΘΗ ΔΕΙΧΝΕΤΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΕΙΚΙΑ?
-Σε συγχωρω!! ανθρωπινα τα λαθη και ποιος να σε δικασει...
Προσπαθω να τα προσπερναω τα λαθη.Βαρεθηκα να γιατρευω πληγες εκατερωθεν!
7)ΜΕ ΠΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΑΥΤΙΖΕΣΤΕ?
Δεν εχει τραγουδι εδω.Ενα μονο,διστοιχο:
-Γιωργαινα ριξε τ'αρματα,δεν ειν'εδω το Σουλι...
Με τους επαναστατες παντα ταυτιζομαι!!!
8)ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΣΑΣ ΣΗΜΕΡΑ?
-A chi se chiede la clara commantante Che Guevara?
Οι ρεβολουσιονάροι!!!!
9)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΤΑΞΕΙΔΙ?
-Σε μαγικα νησια θελω να βρεθουμε....
Ας ειναι και με τους γιατρους χωρις συνορα...ακομα καλυτερα για μενα!
10)ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΣΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ?
-Η ελπιδα ειναι αυτο που αναζητουμε
-Η αγαπη ειναι ο δρομος που οδηγει στην ελπιδα
-Το θαρρος ειναι η δυναμη που μας κινει
-Ταξιδευουμε στο σκοταδι και ψαχνουμε το φως με οδηγο μονο την πιστη της γυμνης και φθαρτης μας σαρκας...
"Το βιβλιο που μετραει τους Καυμούς"
Στεφεν Κινκγ-Ντην Κουντζ!
11)ΠΟΙΑ ΑΡΕΤΗ ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ Σ'ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ?
-Εγω σε εχω πια ξεχασει,το αιμα μου ομως ακομα σε θυμαται...
Να ειναι ειλικρινης με λιγα λογια!
12)ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΚΑ?
-Θα παρω πια τα ματια μου να φυγω...
Να εχει αξιοπρεπεια και να μην σερνεται και να παρακαλαει!Να ξερει να"φευγει" με στυλ και υπερηφανεια!
13)Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ?
-Μιαν Ανοιξη που θαβρω να χιονιζει....?
Την βρηκα μεσα στην Ανοιξη του vivaldi!!
14)ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΣΦΥΡΙΖΕΙΣ ΚΑΝΟΝΤΑς ΝΤΟΥΖ?
-..ειμαι της Γερακινας γυιος...
Αφου δεν ειμαι κανενος..!!
15)ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕ?
-Σε καποια ταινια του Κισλοφσυ(δεν θυμαμαι αν ειναι η μπλε η κοκκινη η ή ασπρη)υπαρχει απο καποιον κλασσικο συνθετη(ουτε αυτον τον θυμαμαι ποιος ειναι,τετοια ωρα)μελοποιημενο το:"Εαν λαλω τις γλωσσες τον ανθρωπων και των αγγελων,αγαπη δε μή εχω,έγεινα χαλκός ηχών,ή κύμβαλον αλαλάζον...((Προς Κορινθιους Α')Σε απταιστα ελληνικα..
Η Βιβλος με σημαδεψε!!!!
16)Η ΤΑΙΝΕΙΑ ΠΟΥ ΣΑΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕ?
-Κοιτα πως λαμπει το φεγγαρι στην Ταγγερη,στην Αιτη,στον Παναμα,στο σινεμα...
Πολλες οι ταινειες,απειρα τα σημαδια των αναμνησεων.Οι τρεις παραπανω ανηκουν στον καταλογο!
17)Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ?
-Αλλος για Χιο τραβηξε,πηγε,κι αλλος για Μυτηλινη κι αλλος στης Σύρας τα στενα αιμα και δακρυα χυνει...
Delacroix!!Και ενοιωσα δεος οταν αντικρυσα για πρωτη φορα την massacre!
18)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΧΡΩΜΑ?
-Ασπρα,κοκκινα,κιτρινα,μπλε καραβακια στο Αιγαιο...
Ολα τα χρωματα του χωρας οπου γεννηθηκα!
19)ΠΟΙΑ ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΑΣ?
-Οπου σε κοιταζω με κοιταζεις,ολη η Ελλαδα μια ατελειωτη παραγγα....
Επιβιωσα ΟΛΟΜΟΝΑΧΗ μεσα σ'αυτην την παραγγα με παρεα"τα σά εκ των σών μου"
Ζουμε ακομα!!!!!!Ειναι τελικα επιτυχια???
20)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΠΟΤΟ?
-Ουζο οταν πιεις,γινεσαι ευθυς βασιλιας,δικτατορας,θεος και κοσμοκρατορας...
Τα αλλα ειναι τα παρελκομενα!
21)ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ?
-All'uscita di scuola i ragazzi vendevano i libri(L.Battisti)
Το τραινο της μεγαλης φυγης απο Ιταλια...
-Dance me to the end of love.. with a burning violin(L.Cohen)
Το αεροπλανο της μεγαλης φυγης απο την πανεμορφη Κυπρο με παρεα δυο τουρκικα καταδιωκτικα!!!
22)ΤΙ ΑΠΕΧΝΑΝΕΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΛΑ?
-Πεφτεις σε λαθη,τι εχεις παθει?....
Τα λαθη και τις μαλακιτσες που εκανα κατα καιρους!
23)ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΤΕ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΣΑΣ ΑΣΧΟΛΙΑ?
-Εχω μια κιβωτο που τρεχει με εκατό....
Οταν προλαβαινω τα αλλα,τοτε γραφω!
24)Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟς ΦΟΒΟΣ ΣΑΣ?
-Φοβαμαι,φοβαμαι την νυχτα,φοβαμαι μην ερθει η αυγη...
Την μοναξια φοβαμαι!Κι οσο κι αν λεω οτι την εκανα συντροφισσα μου παλι ερχονται στιγμες που με κανει να φοβαμαι!
25)ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΠΙΛΕΓΕΤΕ ΝΑ ΠΕΙΤΕ ΨΕΜΜΑΤΑ?
-Λογια,λογια,λογια,λογια ψευτικα...λογια....
Λεω πολλα ψεμματα.Πολλες φορες,άλλα νοιωθω άλλα λεω,για να μην πληγωθουν οσοι δεν αντεχουν την αληθεια.Μου εχει δημιουργησει πολλα προβληματα και ρήξεις στο παρελθον η κακια μου,αληθινη γλωσσα.Ετσι αποφασισα να λεω ψεμματα.
Οοοοοπς!!!παλι ψεμματα λες Γιωτα!Σιγα να μην εισαι εσυ απο αυτους που αντεχουν!Σταματα τις μαλακιτσες και λεγε την αληθεια οσο κι αν ποναει τους άλλους και παψε να παριστανεις την μαμα-Τερεζα.
26)ΠΟΙΟ ΤΟ ΜΟΤΟ ΣΑΣ?
-Ολοι εχουμε γραμμενο,που το λενε πεπρωμενο και κανενας δεν μπορει να τ'αποφυγει....
27)ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΤΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ?
-Μεχρι να γινουμε αγγελοι,να βγαλουμε φτερα...
Να"φυγω"χερι με χερι με τον"υπεροχο"που μου περιεγραφε η Μαρικα την ωρα που πεθαινε στα δικα μου χερια!!
28)ΑΝ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΤΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΙ ΘΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΕΙ?
-γιατι κορη μου τραγουδας"στη μεση του δρομου του δρομου σταθηκα,Θεε μου που ειμαι?χαθηκα!"Εσυ θελησες να χαθεις.Εγω παντα στην μεση του δρομου θα Ειμαι,ακολουθα με και δεν θα χαθεις!!
29)ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ?
-Παλι θα κλαψω, παλι θα γελασω...
Παντα την αγαπουσα την κυρα-Ζωη...
Και την αγαπαω ακομα!!!!
Παρ'ολο που με πληγωσε πολλες φορες.....
Αν υπηρχε μια ακομα ερωτηση που θα εγραφε με αριθμο:
30)ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΣ?
-Δεν θα τραγουδουσα"δυο πορτες εχει η ζωη"
-Θα τραγουδουσα"Τι δεν θ'εδινα τον γυρω του κορμιου σου να ξανακανα,κι ας χανομουνα..."
Η ζωη ειναι ομορφη!!
Ας την ζησουμε......
La vita e bella!!!!
Δεν θα παραδωσω την σκυταλη σε κανεναν,γιατι ολοι εκαναν πια τις εξομολογησεις τους.
Η προσκληση και προκληση ειναι απο το γαλανοματικο ξωτικο,για να βγαλω τ'απλυτά μου στην φόρα.
Αυτο θα κανω σιγουρα,αλλα επειδη κι ο Προυστ επαιζε με τις αναζητησεις του οταν εψαχνε τον "εαυτο του"για να γραψει για τον "χαμενο χρονο"θα παιξω κι εγω μεσα απο στιχους απλων,γνωστών τραγουδιων,γιατι σιγουρα δεν ειμαι τοσο υπεροχη σαν αυτο το πληθωρικο,ομοφυλοφιλο,μοναδικο ατομο που καταλαβε,αγαπησε και υμνησε την γυναικεια φυση περισσοτερο απο ολον τον αρσενικο πληθυσμο της υφηλιου!!!
Φευγω λοιπον να περπατησω στις απαντησεις μεσα απο γνωστες λεξεις ελληνικων τραγουδιων και ελπιζω να βγαλουμε ολοι μια ακρη...
-1)Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ:
-Λεγε μου σ'αγαπω ξανα,ξανα και ξανα...
Μονο η αγαπη με κανει ευτυχισμενη!
2)ΤΙ ΣΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΙ?
-Να'ρθεις ξανα χαραματα,χωρις φωνες και κλαμματα...
..να'ρθεις ξανα και να μου πεις το σ'αγαπω καταματα...
Τωρα πια δεν σηκωνομαι το πρωι!
3)Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΓΕΛΑΣΑΤΕ?
-Γελα πουλι μου γελα!!!ειναι η ζωη μια τρελλα...
Γελαω καθε στιγμη που η ζωη ειναι ομορφα τρελλη!!!
4)ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΑΣ?
-Σου δινω ακομα μια μπιλια για να παιξεις...
Δινω ευκαιριες απλοχερα.Εως τρεις ομως!οχι παραπανω!
5)ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΕΛΛΑΤΩΜΑ ΣΑΣ?
Θ'αναβω με τσιγαρα,θα σβηνω με πιοτα...
...τωρα που πηρα την λαχταρα ,σταχτη να γινουν ολα πια...
Ετσι γινοταν παντα.Λυνω τα προβληματα των αλλων και ειμαι ανικανη να λυσω τα δικα μου!
6)ΣΕ ΠΟΙΑ ΛΑΘΗ ΔΕΙΧΝΕΤΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΕΙΚΙΑ?
-Σε συγχωρω!! ανθρωπινα τα λαθη και ποιος να σε δικασει...
Προσπαθω να τα προσπερναω τα λαθη.Βαρεθηκα να γιατρευω πληγες εκατερωθεν!
7)ΜΕ ΠΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΑΥΤΙΖΕΣΤΕ?
Δεν εχει τραγουδι εδω.Ενα μονο,διστοιχο:
-Γιωργαινα ριξε τ'αρματα,δεν ειν'εδω το Σουλι...
Με τους επαναστατες παντα ταυτιζομαι!!!
8)ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΣΑΣ ΣΗΜΕΡΑ?
-A chi se chiede la clara commantante Che Guevara?
Οι ρεβολουσιονάροι!!!!
9)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΤΑΞΕΙΔΙ?
-Σε μαγικα νησια θελω να βρεθουμε....
Ας ειναι και με τους γιατρους χωρις συνορα...ακομα καλυτερα για μενα!
10)ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΣΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ?
-Η ελπιδα ειναι αυτο που αναζητουμε
-Η αγαπη ειναι ο δρομος που οδηγει στην ελπιδα
-Το θαρρος ειναι η δυναμη που μας κινει
-Ταξιδευουμε στο σκοταδι και ψαχνουμε το φως με οδηγο μονο την πιστη της γυμνης και φθαρτης μας σαρκας...
"Το βιβλιο που μετραει τους Καυμούς"
Στεφεν Κινκγ-Ντην Κουντζ!
11)ΠΟΙΑ ΑΡΕΤΗ ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ Σ'ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ?
-Εγω σε εχω πια ξεχασει,το αιμα μου ομως ακομα σε θυμαται...
Να ειναι ειλικρινης με λιγα λογια!
12)ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΚΑ?
-Θα παρω πια τα ματια μου να φυγω...
Να εχει αξιοπρεπεια και να μην σερνεται και να παρακαλαει!Να ξερει να"φευγει" με στυλ και υπερηφανεια!
13)Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ?
-Μιαν Ανοιξη που θαβρω να χιονιζει....?
Την βρηκα μεσα στην Ανοιξη του vivaldi!!
14)ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΣΦΥΡΙΖΕΙΣ ΚΑΝΟΝΤΑς ΝΤΟΥΖ?
-..ειμαι της Γερακινας γυιος...
Αφου δεν ειμαι κανενος..!!
15)ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕ?
-Σε καποια ταινια του Κισλοφσυ(δεν θυμαμαι αν ειναι η μπλε η κοκκινη η ή ασπρη)υπαρχει απο καποιον κλασσικο συνθετη(ουτε αυτον τον θυμαμαι ποιος ειναι,τετοια ωρα)μελοποιημενο το:"Εαν λαλω τις γλωσσες τον ανθρωπων και των αγγελων,αγαπη δε μή εχω,έγεινα χαλκός ηχών,ή κύμβαλον αλαλάζον...((Προς Κορινθιους Α')Σε απταιστα ελληνικα..
Η Βιβλος με σημαδεψε!!!!
16)Η ΤΑΙΝΕΙΑ ΠΟΥ ΣΑΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕ?
-Κοιτα πως λαμπει το φεγγαρι στην Ταγγερη,στην Αιτη,στον Παναμα,στο σινεμα...
Πολλες οι ταινειες,απειρα τα σημαδια των αναμνησεων.Οι τρεις παραπανω ανηκουν στον καταλογο!
17)Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ?
-Αλλος για Χιο τραβηξε,πηγε,κι αλλος για Μυτηλινη κι αλλος στης Σύρας τα στενα αιμα και δακρυα χυνει...
Delacroix!!Και ενοιωσα δεος οταν αντικρυσα για πρωτη φορα την massacre!
18)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΧΡΩΜΑ?
-Ασπρα,κοκκινα,κιτρινα,μπλε καραβακια στο Αιγαιο...
Ολα τα χρωματα του χωρας οπου γεννηθηκα!
19)ΠΟΙΑ ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΑΣ?
-Οπου σε κοιταζω με κοιταζεις,ολη η Ελλαδα μια ατελειωτη παραγγα....
Επιβιωσα ΟΛΟΜΟΝΑΧΗ μεσα σ'αυτην την παραγγα με παρεα"τα σά εκ των σών μου"
Ζουμε ακομα!!!!!!Ειναι τελικα επιτυχια???
20)ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΠΟΤΟ?
-Ουζο οταν πιεις,γινεσαι ευθυς βασιλιας,δικτατορας,θεος και κοσμοκρατορας...
Τα αλλα ειναι τα παρελκομενα!
21)ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΩΝΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ?
-All'uscita di scuola i ragazzi vendevano i libri(L.Battisti)
Το τραινο της μεγαλης φυγης απο Ιταλια...
-Dance me to the end of love.. with a burning violin(L.Cohen)
Το αεροπλανο της μεγαλης φυγης απο την πανεμορφη Κυπρο με παρεα δυο τουρκικα καταδιωκτικα!!!
22)ΤΙ ΑΠΕΧΝΑΝΕΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΛΑ?
-Πεφτεις σε λαθη,τι εχεις παθει?....
Τα λαθη και τις μαλακιτσες που εκανα κατα καιρους!
23)ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΤΕ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΣΑΣ ΑΣΧΟΛΙΑ?
-Εχω μια κιβωτο που τρεχει με εκατό....
Οταν προλαβαινω τα αλλα,τοτε γραφω!
24)Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟς ΦΟΒΟΣ ΣΑΣ?
-Φοβαμαι,φοβαμαι την νυχτα,φοβαμαι μην ερθει η αυγη...
Την μοναξια φοβαμαι!Κι οσο κι αν λεω οτι την εκανα συντροφισσα μου παλι ερχονται στιγμες που με κανει να φοβαμαι!
25)ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΠΙΛΕΓΕΤΕ ΝΑ ΠΕΙΤΕ ΨΕΜΜΑΤΑ?
-Λογια,λογια,λογια,λογια ψευτικα...λογια....
Λεω πολλα ψεμματα.Πολλες φορες,άλλα νοιωθω άλλα λεω,για να μην πληγωθουν οσοι δεν αντεχουν την αληθεια.Μου εχει δημιουργησει πολλα προβληματα και ρήξεις στο παρελθον η κακια μου,αληθινη γλωσσα.Ετσι αποφασισα να λεω ψεμματα.
Οοοοοπς!!!παλι ψεμματα λες Γιωτα!Σιγα να μην εισαι εσυ απο αυτους που αντεχουν!Σταματα τις μαλακιτσες και λεγε την αληθεια οσο κι αν ποναει τους άλλους και παψε να παριστανεις την μαμα-Τερεζα.
26)ΠΟΙΟ ΤΟ ΜΟΤΟ ΣΑΣ?
-Ολοι εχουμε γραμμενο,που το λενε πεπρωμενο και κανενας δεν μπορει να τ'αποφυγει....
27)ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΤΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ?
-Μεχρι να γινουμε αγγελοι,να βγαλουμε φτερα...
Να"φυγω"χερι με χερι με τον"υπεροχο"που μου περιεγραφε η Μαρικα την ωρα που πεθαινε στα δικα μου χερια!!
28)ΑΝ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΤΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΙ ΘΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΕΙ?
-γιατι κορη μου τραγουδας"στη μεση του δρομου του δρομου σταθηκα,Θεε μου που ειμαι?χαθηκα!"Εσυ θελησες να χαθεις.Εγω παντα στην μεση του δρομου θα Ειμαι,ακολουθα με και δεν θα χαθεις!!
29)ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ?
-Παλι θα κλαψω, παλι θα γελασω...
Παντα την αγαπουσα την κυρα-Ζωη...
Και την αγαπαω ακομα!!!!
Παρ'ολο που με πληγωσε πολλες φορες.....
Αν υπηρχε μια ακομα ερωτηση που θα εγραφε με αριθμο:
30)ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΣ?
-Δεν θα τραγουδουσα"δυο πορτες εχει η ζωη"
-Θα τραγουδουσα"Τι δεν θ'εδινα τον γυρω του κορμιου σου να ξανακανα,κι ας χανομουνα..."
Η ζωη ειναι ομορφη!!
Ας την ζησουμε......
La vita e bella!!!!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

