H Μπελλα και ο Τιγρης (3)
... Άνοιξα την πόρτα μισοκοιμισμένη.
- Τί να πάμε να βρούμε ρε Τασούλα πρωινιάτικα? Τί φταίω και με ξυπνάς απ' τ' άγρια χαράματα?...Άντε κάνε τον καφέ μας να με πεις τί συμβαίνει πάλι.
Μέχρι να ντυθώ, είχε ετοιμάσει τον καφέ και η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι.
- Από προχθές το βράδυ ακούω νιαουρίσματα κλαματερά. Δεν έδωσα σημασία. Ψες όμως όλο το βράδ' δεν μ' άφησαν να κοιμηθώ τα σκασμένα!
- Και γω γιατί δεν άκουσα τίποτα?
- Γιατί είναι απ' την πίσω πλευρά μαρ' χαζή, απ' την δικη μ' κάμαρα!
- Ε ίσως να 'ναι από καμιά γάτα των γειτόνων που γέννησε.
- Α, άκου να σε πω...μπορεί να ξερς παραπάν' γράμματα από μένα, αλλά 'γω και στ' Αυστραλία που μεγάλωσα τσομπάνς ήταν ο μπαμπάς μ' και σκυλούδια και γατούδια είχαμε και ξέρω πότε κλαίει το ζώο δίχως τη μάνα τ' .
Μου έριξε και το σχετικό σεμινάριο περί του θέματος και ξεφύσηξε:
-Ουφ! Άντε πάμε τώρα να δούμε τί γίνεται.
Βγήκαμε από την αυλή στον χωματόδρομο για την παραλία. Η υγρασία περόνιαζε τα κοκκαλάκια μας κι ένας συφοριασμένος ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα μαύρα σύννεφα. Η βροχή ήταν έτοιμη να μας πνίξει πάλι. Στήσαμε αυτί αλλά εκτός από κάτι μπουμπουνητά, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν.
Το σπίτι απείχε από τη θάλασσα γύρω στα 150-200 βήματα. Αποξεχασμένες από τη συζήτηση, αργήσαμε να καταλάβουμε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Αλληλοκοιταχτήκαμε βουβές σαν είδαμε τι ήταν...
- Πάμε να φύγουμε...μη κοιτάς!
- Θέλω να κάνω εμετό, ανακατεύομαι!
- Κρατήσου, πάμε σπίτι...
Μ' έπιασε αγκαζέ και με γύρισε με βία στο δρομάκι.
Μια μακρινή βροντή ακούστηκε και οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω προς την αμμουδιά.
- Μην κοιτάς, είπε και μ' άρπαξε απ' το μαλλί. Το παιδί στην κοιλιά θα πάρει την εικόνα του θανάτου!
Έτσι πίστευε η Τασούλα, έτσι την έμαθαν. Το τότε παιδί στην κοιλιά δεν έχει καμιά ανάμνηση από την εικόνα του θανάτου, εγώ όμως ακόμα την έχω ζωντανή στο μυαλό μου, 25 χρόνια μετά.
Ένας καμβάς η άμμος, κεντημένος από νεκρές και σπαρταρίζουσες μαύρες φτερούγες, απλωμένες πάνω σε άσπρες κοιλίτσες. Η παραλία όλη ήταν στρωμένη με νεκρά χελιδόνια, που τα εξόντωσε η άνοιξη ενώ πολεμούσε ακόμα με τον σκληρό χειμώνα...
...Άνοιξε την πόρτα και με κάθισε στον καναπέ. Όταν μου φερε την πετσέτα να σκουπιστώ, την κοίταξα. Τα μαλλιά της είχαν σγουρίνει περισσότερο με την βροχή. Τα μάτια της ήταν ακόμα θολά και σταγόνες έλαμπαν στα κόκκινα από το κρύο μάγουλά της. Δεν ήταν βρόχινες...Η Τασούλα είχε δακρύσει.
Με πήρε μαζί της επάνω στο σπίτι της, μαγείρεψε και παίξαμε με τα δύο αγοράκια της, που τα φερε η πεθερά της, το ένα απ' το νηπιαγωγείο και το άλλο απ' το σπίτι της. Ο Δ. έλειπε πάλι για δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Ο άντρας της ήταν εργολάβος και δούλευε ως αργά το βράδυ.
Κατά το απόγευμα η βροχή σταμάτησε. Έβλεπα τηλεόραση και έπαιζα με το μικρό, σαν ορμάει η Τασούλα στο σαλόνι και λέει.
- Έλα, έλα ν' ακούσεις απ' την κάμαρη μου.
Πήγα και άκουσα τελικά. Φωνούλες, φωνούλες σπαραχτικές και απεγνωσμένες.
- Πάμε, της λέω, θα τα βρούμε.
Έβαλε τη φωνή στην πεθερά ν' ανέβει να προσέχει τ' αγόρια και βγήκαμε πάλι στο δρομάκι.
- Τασούλα δεν αντέχω να πάω στην παραλία πάλι.
- Όχι, όχι δεν θα πάμε. Άλλωστε δεν μπορεί να 'ναι κει. Απ' εδώ δεξιά ακούγονται.
Πράγματι από εκεί ακούγονταν.
Ένα σπίτι χτίζονταν εκεί. Τα θεμέλια είχαν σκαφτεί και τα πέλματα ήταν ακόμα καλουπωμένα.
Ένα αχνό νιαουρητό ακούστηκε.
- Εδώ είν' Γιώτα. Σίγουρα εδώ.
Πήγαμε στο χείλος του σκάματος -δυο-τρία μέτρα βαθύ ήταν περίπου- αλλά τίποτα δεν φαινόταν.
- Θα κατέβω να δω.
- Πως θα κατέβεις ρε Τασούλα, θα σπάσεις κανα πόδι.
- Περίμενε! Κατέβασα ιδέα!
Σε χρόνο μηδέν, πήγε κι έφερε την σκάλα από το σπίτι.
Κατέβηκε η τρελέγκω και...τα βρήκε.
Τρία ήταν, πεταμένα σε μια χάρτινη σακούλα που έγραφε "Τσιμέντα Τιτάν". Μου τα έδωσε με το χαρτί-σάβανο, ανέβηκε, πήρε παραμάσχαλα την σκάλα και κινήσαμε οι δύο γραφικές του χωριού για το σπίτι.
- Που θα τα βάλουμε Τασούλα? Έχουμε και τα σκυλιά στο μπαλκόνι.
- Το σκέφτηκα ήδη, άσε.
Πίσω ακριβώς από το σπίτι ήταν η αυλή της πεθεράς της. Το παράθυρο της μίας μου κάμαρας έβλεπε εκεί. Δυο καμαράκια και μια κουζινούλα ήταν όλο της το βιος. Γερασμένη πρόωρα από τις δουλειές στον κάμπο και τα λιόδεντρα η κυρά-Κατίνα, αλλά με μια νεανική φλόγα στα μάτια, αφού η χρυσή καρδιά της ήταν γεμάτη αγάπη και καλωσύνη. Σαν μας πήρε είδηση, πως κάτι μαστορεύουμε στην αυλή με τη νύφη της, βούτηξε τ΄αγόρια και ήρθε. Μας βρήκε κουτιά και πανιά για στρώσιμο και τα γατιά βρήκαν "σπίτι" στην καλυβούλα για τις κατσίκες, παρέα με τη μαμά-κατσίκα και τον κυρ-Τράγο.
Δυο παρδαλά ήταν κι ένας τιγρέ χρώματος, που βαφτίστηκε στο λεπτό "Τίγρης". Τα μάτια τους ήταν κλειστά από το πύο και η πανλευκοπενία τα τραβούσε προς τον παράδεισο των γάτων.
Πολλές κουρτίνες ανοιγόκλεισαν από τ' απέναντι σπίτια.
- Μας κοιτάνε Τασούλα, αναρωτιούνται τί κάνουμε.
- Άστους μωρέ...θα μας συνηθίσουν.
Και πραγματικά, αν όχι όλο, το περισσότερο χωριό "συνήθισε" και άλλαξε συμπεριφορά ως προς τα ζώα.
- Γιώτα τούτα ούτε περπατάν, ούτε να φαν μπορούν, θα πεθάνουν! Πως θα τα ταΐσουμε?
- Με μπιμπερό, όπως ταΐζαμε τα ζώα που ψοφούσαν οι μανάδες τους, είπε η πεθερά της.
- Ακριβώς κυρα-Κατίνα. Μόνο που εδώ θέλει σταγονόμετρο!
Δεν θυμάμαι ποια απ' τις τρεις βρήκε ένα ξεχασμένο μπουκαλάκι με σταγονόμετρο. Το γάλα βράστηκε στα γρήγορα και με πολύ υπομονή, καταφέραμε να γεμίσουμε λίγο τις τρεις άδειες κοιλίτσες. Ένα βαμβάκι με κολλύριο καθάρισε το πύο από τα μάτια και τα αφήσαμε να ησυχάσουν.
- Κυρα-Κατίνα δεν θα τα πειράξουν οι κατσίκες?
- Όχι κόρη μ', άκακες είναι.
Στήσαμε λίγο καραούλι με την Τασούλα αλλά τα ζώα ξάπλωναν ήδη δίπλα στο κουτί.
Την άλλη μέρα το πρωί, ανέβηκα εγώ στην Τασούλα για καφέ και τηλεφώνησα στον κτηνίατρό μας τον Βασίλη.
- Καλημέρα Βασίλη.
- Καλημέρα, αλλά δεν φαντάζομαι να με είδες στον ύπνο σου και με θυμήθηκες πρωί-πρωί! Τι θέλεις πάλι?
Του είπα εν ολίγοις τα καθέκαστα και άρχισε πάλι τις φωνές...
- Βρε μυαλό δεν θα βάλεις εσύ? Έχεις που έχεις το πρόβλημα, ν' αρπάξεις και κανα τοξόπλασμα και παιδί να μην κάνεις ποτέ!
Το πρόβλημα ήταν πως στον τρίτο μήνα, ο εγκέφαλός μου, άρχισε να κάνει ό,τι του κάπνιζε... Θεώρησε το έμβρυο "ξένο σώμα". Παράσιτο? Δεν ξέω πως την είδε και δημιούργησε μια στρατιά λευκών αιμοσφαιρίων με σκοπό την αποβολή του. Τελικά, αφού μπουκώθηκα στις ορμόνες εώς τον ένατο, γέννησα και γω η καψερή!
- Τώρα ότι έγινε, έγινε! Σταμάτα να φωνάζεις και λέγε τί κάνω.
- Καλά κάνει και σε μαλών', φώναξε η Τασούλα από την κουζίνα. Αλλά φταίω και γω που σε σπρώχνω στις παλαβομάρες σου!
- Θα πάρεις Ospen για παιδιά και αν καταφέρεις να βρεις τη δόση και δεν τα δηλητηριάσεις τα ξαναλέμε!
Στείλαμε ένα γειτονόπουλο στο μεγάλο χωριό και μας έφερε το αντιβιωτικό.
(Βασίλη τον λέγανε και αυτόν και περνάει ακόμα κατά καιρούς να με δει, αλλά ακόμα δεν του συγχώρησα που πάτησε με το φορτηγό του μπαμπά του λίγο καιρό μετά, το ένα από τα γατιά).
Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήρθε ο Βασίλης με την οικογένειά του και την ιατρική του τσάντα για να μας επισκεφτούν. Παρά την αντιβίωση, τα γατιά ήταν δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Τους έκανε από μια γερή δόση κορτιζόνης και εφάπαξ αντιβίωσης και την επομένη μου πήρε αίμα για εξέταση τοξοπλάσματος...Είχα και απ' αυτό τελικά, αλλά σε αδρανή μορφή μιας και το είχα κολλήσει πρίν την εγκυμοσύνη. Ίσως όμως να ήταν και αυτό ένας λόγος για την δύσκολη κύηση που είχα.
Κανα δυο μέρες μετά, ένα απ' τα γατάκια δεν τα κατάφερε να επιζήσει. Σαν έγιναν καλά τα άλλα δύο, άρχισαν να βγαίνουν στον χωματόδρομο. Στο ένα ήταν δήμιος ο Βασιλής και στο άλλο ήταν σωτήρας η Μπέλλα που το βούτηξε από τη μέση του δρόμου και το φερε στο μπαλκόνι. Τα σκυλιά είχαν δοθεί, αλλά η Μπέλλα είχε ακόμα γάλα και μητρική στοργή.
Οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους...


...Συνεχίζεται